O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: 26/03/2007 | Ομιλία Σωκράτη Χάσικου.  

26/03/2007 | 1957-2007 Πενήντα χρόνια Ευρωπαϊκή Ένωση-Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ

του Σωκράτη Χάσικου

(Να ευχαριστήσω και εγώ με τη σειρά μου τους διοργανωτές της εκδήλωσης αυτής που εντάσσεται στα πλαίσια του διαλόγου για το μέλλον της Ευρώπης και επίσης να ευχαριστήσω για τη πρόσκληση και τη τιμή που μου έκαναν να είμαι ένας εκ των εισηγητών του σημερινού θέματος.)


Και επειδή το αντικείμενο που θα συζητήσουμε απόψε είναι η εξωτερική και αμυντική πολιτική της ΕΕ και η Κύπρος, θα ήθελα να ξεκινήσω από τη συνθήκη του Μάααστριχτ που υπογράφτηκε το1992, στην οποία προστέθηκε όπως είναι γνωστό ο δεύτερος πυλώνας της ΕΕ αυτός της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας.


Στο άρθρο 4 του κεφαλαίου αυτού, καθορίζεται ότι η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, περιλαμβάνει το σύνολο των θεμάτων που αφορούν την ασφάλεια της ΕΕ συμπεριλαμβανομένης της εν καιρώ διαμόρφωσης μιας Κοινής Αμυντικής Πολιτικής η οποία θα μπορούσε εν καιρώ να οδηγήσει σε κοινή άμυνα.


Μέσα από τις τέσσερεις αυτές γραμμές μπορούμε να διακρίνουμε τα εξής δύο πολύ σημαντικά πράγματα:


Πρώτον, διαχωρίζεται με σαφήνεια η έννοια της ασφάλειας από την άμυνα, κάτι που δυστυχώς όχι μόνο οι απλοί πολίτες αλλά και οι ειδικοί πολλές φορές συγχίζουν. Γιατί όταν μιλούμε με στρατηγικούς όρους, είναι άλλο πράγμα η ασφάλεια και άλλο η άμυνα. Τη διαφορά των δύο αυτών εννοιών αναφορικά με την Ευρώπη, αποτυπώνει με σαφήνεια ο διευθυντής του Ινστιτούτου Διπλωματίας και Aμυνας των Παρισίων και διδάκτωρ της Ιστορίας Φρανσουά Ζερέ ως εξής: ΄΄ Ασφάλεια στην Ευρώπη σημαίνει κατάργηση του πολέμου στη περίμετρό της, ενώ άμυνα της Ευρώπης σημαίνει την ικανότητα αποτροπής και απάντησης σε μια πιθανή εξωτερική επίθεση.΄΄


Το δεύτερο σημείο που τονίζεται στις τέσσερις αυτές γραμμές, είναι η χρονική μετάθεση της Κοινής Ευρωπαϊκής Aμυνας σε ένα μελλοντικό στάδιο που όμως δεν προσδιορίζεται χρονικά. Και ασφαλώς αυτό δεν ήταν τυχαίο. Εκείνο που ήταν επείγον να αντιμετωπίσει η Ευρώπη στη δεκαετία του 90 ήταν οι νέες απειλές που άρχισαν να διαφαίνονται στην ανατολική της περίμετρο, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού Συνασπισμού. Εθνοτικές συγκρούσεις, τρομοκρατία, παράνομη διακίνηση πυρηνικών υλικών, λαθρομετανάστευση, ναρκωτικά, οργανωμένο έγκλημα κλπ. Όλες αυτές οι απειλές που ονομάσθηκαν με τον όρο ΄΄ασύμμετρες΄΄ πέραν της αποσταθεροποίησης που προκαλούσαν στις ίδιες τις χώρες που τις παρήγαγαν, αποτελούσαν εν δυνάμει κίνδυνο για την ασφάλεια της ίδιας της ΕΕ. Γι αυτό δόθηκε προτεραιότητα στην ασφάλεια, ενώ η άμυνα παραπέμφθηκε στο απώτερο μέλλον. Και αυτό ήταν πολύ φυσικό, γιατί πρώτον η Ευρώπη μετά τη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν αντιμετώπιζε καμιά απειλή από κρατική οντότητα, και δεύτερον την άμυνα της Ευρώπης εξασφάλιζε το ΝΑΤΟ.


Έτσι όλες οι δραστηριότητες της ΕΕ αναφορικά με τα θέματα της ΚΕΠΠΑ, αναφέρονται μόνο σε θέματα ασφάλειας. Αυτό δεν πρέπει να μας απογοητεύει ούτε να μας αποθαρρύνει. Η Κοινή Ευρωπαϊκή Aμυνα παραμένει ένα όραμα και είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν θα περάσουν πολλά χρόνια που θα λάβει σάρκα και οστά.


Αυτά ως εισαγωγή και ως διευκρίνιση των όρων άμυνα και ασφάλεια της Ευρώπης κάτι που πιστεύω θα διευκολύνει και τη περαιτέρω συζήτηση.


Και έρχομαι στο κύριο ζήτημα που είναι η συμμετοχή και ο ρόλος της Κύπρου στα θέματα της ΚΕΠΠΑ.


Στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999, η Κύπρος ως γνωστό, αποκτούσε την ιδιότητα της υποψήφιας για ένταξη χώρας. Στην ίδια εκείνη διάσκεψη ελήφθησαν και οι πλέον σημαντικές αποφάσεις αναφορικά με την υλοποίηση της ΚΕΠΠΑ, όπως το είδος των ανθρωπιστικών και ειρηνευτικών αποστολών που θα μπορούσε να διεγαγάγει η ΕΕ, τα θεσμικά όργανα της ΚΕΠΠΑ και επίσης αποφασίσθηκε η συγκρότηση μιας στρατιωτικής δύναμης 50-60 χιλιάδων ανδρών μέ όλα τα αναγκαία μέσα προκειμένου να μπορεί να φέρνει εις πέρας τις αποστολές αυτές. Στην ίδια σύνοδο, κλήθηκαν τα κράτη μέλη αλλά και οι υποψήφιες για ένταξη χώρες να καταθέσουν τις συνεισφορές τους σ΄αυτή τη στρατιωτική δύναμη.


Την εποχή εκείνη, είχα την τιμή να προΐσταμαι του Υπουργείου Aμυνας το οποίο είχε και την ευθύνη όλων αυτών των διεργασιών. Μελετήσαμε σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών σε βάθος το θέμα, το συζητήσαμε και με την Ελλάδα και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στην απρόσκοπτη συμμετοχή μας στη Κοινή Ευρωπαϊκή Aμυνα και Ασφάλεια. Και τούτο γιατί εκτιμήσαμε ότι η Κύπρος θα είχε πολλαπλά οφέλη. Για πρώτη φορά μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια θα ανεδείκνυε και θα εκμεταλλευόταν για το δικό της συμφέρον τη σημαντική γεωπολιτική και γεοστρατηγική της θέση την οποία μέχρι τότε εκμεταλλεύονταν οι ξένοι κατακτητές και άλλοι για δικό τους όφελος. Πιστεύαμε τότε και εξακολουθούμε και σήμερα να πιστεύουμε ότι μέσα από το κοινό συμφέρον με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα θέματα άμυνας και ασφάλειας η Κύπρος είχε πολλά να ωφεληθεί. Πρώτον, γιατί η ίδια η Κύπρος αντιμετωπίζει πρόβλημα ασφάλειας λόγω της συνεχιζόμενης Τουρκικής κατοχής, δεύτερον γιατί έπρεπε να αναδείξουμε μέσα από τους θεσμούς της ΚΕΠΠΑ, τους κινδύνους διατάραξης της ειρήνης και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή που περικλείει η παρουσία των κατοχικών στρατευμάτων στο νησί και εξ αυτού της ανάγκης μιας πιο ενεργού ανάμειξης της Ευρώπης στη προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος. Το κυριότερο όμως, ήταν το γεγονός ότι η μικρή Κύπρος θα συμμετείχε ισότιμα με τα άλλα Ευρωπαϊκά κράτη στα κέντρα λήψεως αποφάσεων που θα διαχειρίζονταν όχι μόνο το μέλλον της ΄΄πολιτικής΄΄ πλέον Ευρώπης, αλλά και πολλά άλλα ζητήματα που αφορούσαν τη παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια.


Στις 15 Νοεμβρίου του 2000, πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες η άτυπη σύνοδος των Υπουργών Aμυνας, όπου κατατέθηκαν οι συνεισφορές. Η δική μας συνεισφορά περιλάμβανε κυρίως τις υποδομές της Κύπρου, όπως την αεροπορική και ναυτική βάση, τα λοιπά λιμάνια και αεροδρόμια, το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, την έρευνα και διάσωση, και χώρους στρατωνισμού και υγειονομικής περίθαλψης στρατιωτών και αμάχων.


Η ορθότητα της συνεισφοράς μας αυτής αποδείχθηκε στη κρίση του Λιβάνου του περασμένου καλοκαιριού και δε χρειάζεται να επαναλάβω τα γεγονότα που όλοι ζήσαμε.




Έκτοτε και μέχρι σήμερα μεσολάβησαν πολλά. Το 2002, το Ευρωπαικό Συμβούλιο στη Κοπεγχάγη έλαβε μια καθόλου ευνοϊκή για τη Κύπρο απόφαση. Χώρες της ΕΕ που δεν ήταν μέλη ούτε του ΝΑΤΟ ούτε του Συναιτερισμού για την Ειρήνη δεν μπορούσαν να μετέχουν σε δραστηριότητες της Ένωσης στις οποίες εμπλεκόταν με οποιοδήποτε τρόπο το ΝΑΤΟ. Και οι μόνες χώρες που δεν είναι μέλη των δύο πιο πάνω Οργανισμών είναι η Κύπρος και η Μάλτα. Ουσιατικά η Κύπρος, γιατί η Μάλτα εκπροσωπείται στο τομέα της ΚΕΠΠΑ από την Ιταλία.


Γαιτί λήφθηκε η απόφαση αυτή;


Eπειδή η ΕΕ δεν έχει ακόμα τις στρατιωτικές δυνατότητες για διεξαγωγή επιχειρήσεων εκτός Ευρώπης. Για το σκοπό αυτό η ΕΕ έχει υπογράψει με το ΝΑΤΟ μια συμφωνία ασφάλειας, τη γνωστή ως ΄΄Berlin plus΄΄ σύμφωνα με την οποία, η ΕΕ θα μπορεί να έχει πρόσβαση στα μέσα, τις διαδικασίες και τις υποδομές του ΝΑΤΟ κάθε φορά που τα χρειάζεται. Το ΝΑΤΟ όμως έχει τις δικές του εσωτερικές διαδικασίες λειτουργίας που δεν επιτρέπουν σε κράτη που δεν είναι μέλη ούτε του ΝΑΤΟ ούτε του Συναιτερισμού για την Ειρήνη να έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή στα δικά του μέσα. Και επειδή η Κύπρος δεν είναι μέλος σε κανένα από τους πιο πάνω Οργανισμούς, όπως είναι φυσικό αποκλείεται και από κάθε επιχείρηση και από κάθε άλλη διεργασία γίνεται στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ στην οποία υπάρχει εμπλοκή του ΝΑΤΟ. Και επειδή αν όχι στο σύνολο, στις περισσότερες των περιπτώσεων υπάρχει η εμπλοκή του ΝΑΤΟ, η Κύπρος είναι απούσα.


Το τραγικό δε της όλης υπόθεσης είναι ότι η Τουρκία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι μέλος της ΕΕ, συμμετέχει ως μέλος του ΝΑΤΟ σε όλες αυτές τις διεργασίες και στα κέντρα λήψεως αποφάσεων της ΕΕ, ενώ η Κύπρος που είναι μέλος της ΕΕ, ουσιαστικά δεν συμμετέχει. Βέβαια ωφείλω να ομολογήσω από την εμπειρία μου ως Υπουργός Aμυνας και τη συμμετοχή μας ως υποψήφια τότε χώρα στους θεσμούς της ΚΕΠΠΑ, ότι για λόγους αβρότητας αν θέλετε, οι Ευρωπαικές χώρες ποτέ σχεδόν δεν απαιτούν την αποχώρηση της Κυπριακής αντιπροσωπείας από τις συσκέψεις και τις άλλες διεργασίες έστω και αν εμπλέκεται το ΝΑΤΟ. Το ρόλο αυτό αναλαμβάνει κάθε φορά η Τουρκική αντιπροσωπεία η οποία απαιτεί την αποχώρηση της Κυπριακής αποστολής. Και όπως είναι φυσικό και λογικό, κατ αντιστοιχία η Κυπριακή αντιπροσωπεία σε ανάλογες περιπτώσεις που δεν εμπλέκεται το ΝΑΤΟ, απαιτεί την αποχώρηση της Τουρκικής αντιπροσωπείας.


Και οι δύο συμπεριφορές, τόσο της Τουρκίας όσο και της Κύπρου, δημιουργούν προσκόμματα στην ομαλή λειτουργία της ΚΕΠΠΑ και ιδιαίτερα στο διάλογο που έχει εγκαινιασθεί με τη συνθήκη ΄΄Berlin plus΄΄ μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ. Το γεγονός αυτό έχει επισημανθεί από πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους όπως το Χαβιέ Σολάνα, το Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, τον Υπουργό Aμυνας της Αγγλίας και άλλους, οι οποίοι έχουν επανηλειμμένα καλέσει τη Κύπρο να υποβάλει αίτηση ένταξης στο Συναιτερισμό για την Ειρήνη.


Τα προβλήματα λειτουργίας της ΚΕΠΠΑ που παρουσιάζονται στην ΕΕ εξ αιτίας της μη συμμετοχής μας στο Συναιτερισμό για την Ειρήνη, λυπούμαι που το λέω αλλά τείνουν να καταστήσουν τη Κύπρο το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης. Το δικό μας κόμμα, ο Δημοκρατικός Συναγερμός, που πρωτοστάτησε στην ένταξη της Κύπρου στην Ενωμένη Ευρώπη, ειλικρινά οραματιζόταν μια άλλη πορεία, μια διαφορετική προοπτική για τη Κύπρο μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη.


Μέσα σε ένα χώρο συναίνεσης, διαλόγου και συνδιαλλαγής για την επίτευξη του κοινού συμφέροντος, όπως είναι η ΕΕ, η Κύπρος αδικείται πραγματικά παίζοντας το ρόλο αυτό. Γι αυτό είναι επιτακτική ανάγκη όπως η Κυβέρνηση προχωρήσει άμεσα στην υποβολή αίτησης ένταξης στο Συναιτερισμό για την Ειρήνη, ένα Οργανισμό που συμμετέχουν όχι μόνο όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και οι χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας αλλά και οι πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Ακόμα συμμετέχουν και παραδοσιακές αντινατοϊκές χώρες όπως η Ελβετία, η Αυστρία και η Φιλλανδία. Πρόσφατα έγινε μέλος και η Σερβία η οποία μόλις πριν λίγα χρόνια καταστράφηκε κυριολεκτικά από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ.


Η αίτηση αυτή έπρεπε να είχε υποβληθεί αμέσως μόλις η Κύπρος κατέστη μέλος της ΕΕ και πριν η Τουρκία αποκτήσει το Δεκέμβριο του 2004 την ιδιότητα της υποψήφιας χώρας. Και τούτο γιατί σ΄αυτό το χρόνο η Τουρκία προσδοκώντας τη θετική ψήφο της Κύπρου δεν θα τολμούσε να προβάλει βέτο στη Κυπριακή αίτηση για ένταξη στη PfP. Εμείς πιστεύουμε ότι ούτε και σήμερα η Τουρκία είναι σε θέση να προβάλει βέτο και αν το πράξει, η Κύπρος θα έχει ένα λόγο παραπάνω για να προβάλει τα δικά της βέτο στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας.


Ευχαριστώ
.