O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδηλώσεις :: «Η Ηχώ της Νεκρής Ζώνης – Οδοιπορικό στη Διαιρεμένη Κύπρο»  

8/12/2009 |   ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ


Ομιλία Γιώργου Βασιλείου


Αναφορά στο βιβλίο του Γιάννη Παπαδάκη “Η Ηχώ της Νεκρής Ζώνης – Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο”,
Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009


Το πρώτο που θέλω να σας πω για το βιβλίο του Γιάννη Παπαδάκη “Η Ηχώ της Νεκρής Ζώνης – Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο” είναι ότι το διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος σε χρόνο ρεκόρ. Όχι μόνο γιατί θα μιλούσα στην παρουσίαση του, αλλά γιατί είναι πράγματι ένα αφήγημα που σε συναρπάζει. Με τις αποκαλυπτικές του αλήθειες. Με τις συγκλονιστικές εμπειρίες και τραγικές ιστορίες των ανθρώπων του τόπου μας που παρουσιάζει. Αλλά και με την ειλικρίνεια και παραστατικότητα με την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει τις δικές του εμπειρίες, διλήμματα και ενοχές.

Η ανάγνωση του βιβλίου, που ως γνωστό βασίζεται στο υλικό της διδακτορικής του διατριβής στο πανεπιστήμιο, μας αποκαλύπτει και πόσο σύνθετη είναι η ανθρωπολογική έρευνα, όταν ο ίδιος ο επιστήμονας είναι μέρος της έρευνας, μέρος του προβλήματος που θέλει να αναλύσει.

Το πάθος για την αλήθεια, πέρα και πάνω από τις επίσημες αλήθειες, τις κυρίαρχες εκδοχές της ιστορίας με τις λευκές σελίδες και τις γκρίζες ζώνες είναι τρόπος ύπαρξης για κάθε αληθινό διανοούμενο.

Η επιδίωξη της αντικειμενικότητας είναι ο μόνος δρόμος για την προσέγγιση της αλήθειας, αλλά και μοναδικό εργαλείο συνεννόησης και συνύπαρξης.

Ο συγγραφέας δεν φοβάται να λέει την αλήθεια, όσο δυσάρεστη και να είναι αυτή στη μια ή στην άλλη πλευρά. Έχει το θάρρος να λέει τα “σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη” αλλά σε συνέχεια τονίζει ότι κατά τον ίδιο τρόπο που κανένα έγκλημα δεν δικαιολογεί ένα άλλο, είναι μόνο μέσα από την κάθαρση, όχι την τιμωρία πλέον, που θα μπορέσουμε να κτίσουμε το μέλλον μας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
“Το μοναδικό μέρος, διαπιστώνει ο συγγραφέας, όπου μπορεί να σταθεί κανείς στο νησί, δίχως να βρίσκεται ούτε στη μια ούτε στην άλλη πλευρά είναι η Νεκρή Ζώνη”.

Έτσι, η Νεκρή Ζώνη δεν είναι μόνο χώρος έρευνας, γίνεται και καταφύγιο και μεθοδολογικό εργαλείο.

Δεν διαφεύγει στον συγγραφέα ότι το νησί μας και οι κάτοικοι του είμαστε θύματα των εξελίξεων του 20ου αιώνα οι οποίες έλαβαν χώρα ανεξάρτητα από εμάς αλλά μας επηρέασαν άμεσα. Η Μεγάλη Ιδέα οδήγησε στην καταστροφή της Ελλάδας και στη συνέχεια της Κύπρου. Ο τουρκικός ολοκληρωτισμός και επεκτατισμός οδήγησε στην ανάπτυξη του εθνικισμού και στις δύο πλευρές με όλα τα κακά επακόλουθα. Ο ψυχρός πόλεμος και ο αντικομουνισμός που χαρακτήριζε την πολιτική της Δύσης, τις πρώτες δεκαετίες μετά το Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο, συνέβαλαν στην ενθάρρυνση των διχοτομικών σχεδίων.

Για τις ευθύνες των ξένων η φιλολογία και η βιβλιογραφία είναι ιδιαίτερα πλούσια.

Χωρίς – όμως – να αναγνωρίσουμε και να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες δεν υπάρχει ούτε ελπίδα ούτε προοπτική.

Το οδοιπορικό του Παπαδάκη στη διαιρεμένη Κύπρο είναι ένα οδοιπορικό στην άγνοια, την υπεραπλούστευση, την ισοπέδωση, τα στερεότυπα, την προκατάληψη, την καχυποψία, τον φανατισμό.

Είναι οδοιπορικό – όχι μόνο στις εμπειρίες και τις πονεμένες ιστορίες ανθρώπων – αλλά και στις κυρίαρχες ιδεολογίες και πολιτικές και ακόμα, στους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς που τις στήριζαν και τις στηρίζουν.

Με τα μνημεία, τα μουσεία, τα σύμβολα τους. “Το τελευταίο πράγμα που είδα αφήνοντας τις ελεύθερες περιοχές – λέει ο συγγραφέας – ήταν μια μεγάλη Ελληνική σημαία και το πρώτο πράγμα που είδα στις κατεχόμενες περιοχές μια μεγάλη τούρκικη σημαία”.

Ποιο το ειδικό βάρος των εκατέρωθεν λαθών και εγκλημάτων; Πώς συγκρίνονται μεταξύ τους;

Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας τονίζει “ποτέ δεν μπορείς να δικαιολογήσεις ένα έγκλημα με ένα άλλο έγκλημα”. Ταυτόχρονα, νομίζω ότι είναι αδύνατο να ταυτίσει ένας τα δύο άκρα. Όσο καταδικαστέα και να είναι τα εγκλήματα που διεπράχθησαν στις αρχές της δημοκρατίας, μετά το 1960, οι ευθύνες της δικής μας πλευράς για την αποτυχία της συμβίωσης και της ανάπτυξης ενός ενιαίου κοινού κράτους, είναι εμφανέστατα. Νομίζω όμως ότι από το βιβλίο ίσως λείπει η ισορροπία.

Παρ’ ότι συμφωνώ με την ανάγκη της απολογίας και της ανάληψης πρωτίστως της δικής μας ευθύνης, μού είναι αδύνατο να ταυτίσω τις δύο ακραίες καταστάσεις, όσο καταδικαστέα και να είναι αυτά τα εγκλήματα. Όση ευθύνη και να έχει η ελληνική χούντα για το κλίμα που διαμόρφωσε στην Κύπρο και το πραξικόπημα της, εντούτοις θεωρώ ότι όλα αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το μέγεθος των δύο εισβολών, την κατάκτηση του σχεδόν 40% του εδάφους της κυπριακής δημοκρατίας και την προσφυγοποίηση δια της βίας 142,000 χιλιάδων ατόμων.

Σε σχέση μ’ αυτό είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι και η ίδια η Τουρκία όταν έκανε την πρώτη εισβολή η οποία οδήγησε στην κατάρρευση της χούντας και της ψευτοκυβέρνησης του Σαμψών, τόνισε ότι ο στόχος της ήταν η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Σε κανένα δεν έδωσε την εντύπωση ότι θα ακολουθούσε και δεύτερη εισβολή και ότι θα επέβαλλε την τουρκοποίηση των κατεχομένων περιοχών με την εισαγωγή μεταξύ άλλων δεκάδων χιλιάδων Τούρκων εποίκων και ότι θα επέμενε καθ ‘ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στην επίτευξη συμφωνία η οποία να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό πάνω στα τετελεσμένα της εισβολής.

Μπορεί να λείπει αυτό το στοιχείο της ισορροπίας που αναφέρω αλλά δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν έχουμε μπροστά μας ένα πολύ αξιόλογο και σοβαρό έργο το οποίο θέλω να πιστεύω ότι εφόσον το διαβάσει ένας προσεκτικά θα μάθει πράγματα που ίσως να μην γνώριζε και θα νοιώσει πολύ έντονα την ανάγκη για την επίτευξη συμφωνίας η οποία θα επιστρέψει στις δύο κοινότητες να ζήσουν αρμονικά μέσα στην ομόσπονδη Κύπρο κυρίως τώρα που η Κύπρος είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο συγγραφέας δεν κάνει καμία προσπάθεια να παρουσιάσει τις διάφορες πτυχές μιας συμφωνίας λύσης ή την επίδραση και το ρόλο που θα παίξει το γεγονός του ότι είμαστε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διασφάλιση της συμφωνίας και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί κριτική για το έργο του Γιάννη γιατί δεν ήταν ο στόχος του. Ο στόχος του ήταν να περιγράψει λιτά το πώς βλέπουν τα πράγματα οι απλοί άνθρωποι και στις δύο πλευρές, να παρουσιάσει τα διάφορα εγκλήματα χωρίς καμία διάθεση δικαιολογίας των, να τονίσει το πόσο ο ίδιος όσο και η πλειοψηφία του κόσμου θα ήθελε να δει ένα αίσιο τέλος σ’ αυτή την απίστευτη ταλαιπωρία του κυπριακού λαού και να εκφράσει την απογοήτευση του για την αποτυχία μας ίσα με τώρα, 35 χρόνια μετά την εισβολή, και σαράντα έξη τόσα χρόνια μετά το ουσιαστικό τέλος των συμφωνιών Ζυρίχης / Λονδίνου να βρεθεί μια λύση και η Κύπρος να εξακολουθεί να είναι χωρισμένη στα δύο με την ‘Πράσινη Γραμμή’ να περνά μέσα από την ίδια την καρδιά της.

Επίσης στο έργο γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια να παρουσιασθεί η ιδιαιτερότητα της Κύπρου όπως σήμερα αντιλαμβανόμενα και να τονισθεί ότι τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι διαφέρουμε από τους Ελλαδίτες και Τούρκους της Τουρκίας. Απ’ αυτή την άποψη είναι ενδιαφέρουσα η περιγραφή που δίνει για τα πως ζουν τόσο οι Ε/Κ όσο και οι Τ/Κ φοιτητές στην Ελλάδα και στην Τουρκία και συναναστρέφονται στην πλειοψηφία τους μεταξύ τους και όχι με τους Ελλαδίτες ή Τούρκους της Τουρκίας.

Σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η περιγραφή και η παρουσίαση της Αφροδίτης ως τη θεά της αγάπης από τη μια μεριά. «Έτσι μάθαμε από τα σχολικά βιβλία και τις διαφημιστικές αφίσες» λέει ο συγγραφέας και συνεχίζει. «Δεν την έβλεπαν έτσι, όμως, οι αρχαίοι Έλληνες. Την λάτρευαν ως τη θεά της σεξουαλικότητας, του πάθους. Ήταν η θεά της καταστροφής. Ο Όμηρος την ονόμαζε σαγηνεύτρια, ψεύτρα και πανούργα. Ήταν η θεά που αντιμαχόταν τη λογική, που προκαλούσε την αγάπη, το μίσος, την έχθρα και τη ζήλια. Οδήγησε ανθρώπους στο φόνο και προκάλεσε αναρίθμητους πολέμους. Η ικανότητα του πάθους να κυριαρχεί στη λογική, να την χρησιμοποιεί και να δημιουργεί λογικαφανή επιχειρήματα επ’ ωφελεία του γνωρίζουμε καλά που μας οδήγησε.

Προς το τέλος του βιβλίου λέει ο συγγραφέας:
«Απαιτούσαμε άνευ όρων σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, τη στιγμή που εμείς ποτέ δεν σεβαστήκαμε τα δικαιώματα των άλλων.

Ήταν, όμως, τα πράγματα τόσο απλά; Ήταν δυνατό άνθρωποι που πονούσαν ακόμα από τις πληγές τους να νιώσουν τον πόνο των άλλων; Βρέθηκα αρκετές φορές σε παρέες δεξιών εθνικιστών, οι οποίοι αρνούνταν να παραδεχτούν κάτι τέτοιο. Ήταν υπεύθυνοι για πολλά από τα οδυνηρά γεγονότα του παρελθόντος. Ήταν, όμως, και οι ίδιοι εν μέρει δημιούργημα της βίας της άλλης πλευράς, των βιαιοπραγιών των άλλων και της άρνησης αποδοχής της ευθύνης τους για τις αιματοχυσίες. Κατέληξαν, μάλιστα, να δίνουν άλλοθι ο ένας στον άλλον.


Εγώ συνέχιζα την προσπάθεια μου να απαλλαγώ από το βάρος της ευθύνης. Εγώ που είχα γεννηθεί το 1964, από την Πράσινη Γραμμή, αλλά και μαζί της, εγώ που δεν έκανα ποτέ τίποτα, σίγουρα δεν ήμουν υπεύθυνος. Εμείς οι νέοι δεν είχαμε σχέση με όλα αυτά. Δεν είχαμε ευθύνη. Υπήρχαν όμως πολλά είδη ευθυνών. Η ευθύνη για τη διάπραξη πράξεων βίας ήταν μόνο μία. Η διάπραξη βιαιοπραγιών ήταν δυνατή μόνο υπό συνθήκες που εάν δεν τις ενθάρρυναν, τουλάχιστον τις υπέθαλψαν. Ήταν η ευθύνη της αδιαφορίας. Οι μεγαλύτερες ωμότητες διεπράχθησαν από τους λίγους που ζούσαν σε μια αδιάφορη κοινωνία. Μια κοινωνία που δεν ήθελε να ξέρει και που δεν νοιαζόταν για τα θύματα τόσο, ώστε να μπει στον κόπο να μάθει. Ακόμα αρνιόμασταν να αποδεχτούμε τις ευθύνες για την οδύνη που προκαλέσαμε ο ένας στον άλλον.
Μόνο η εκατέρωθεν αναγνώριση της ευθύνης και η συγχώρεση θα μπορούσαν να επουλώσουν τις πληγές. Δυστυχώς, ακόμα κι αυτό δεν έφερνε πάντα το ποθητό αποτέλεσμα.

Τι γινόταν με τις ευθύνες των ξένων; Της Βρετανίας, των ΗΠΑ και των μητέρων-πατρίδων; Οι ευθύνες τους ήταν σοβαρότατες, πέραν πάσης αμφιβολίας. Άρχισα, όμως, να πιστεύω ότι στην Κύπρο είχαν ειπωθεί αρκετά για το ρόλο τους, όχι όμως στις δικές τους χώρες. Στην Κύπρο μιλούσαμε πάντα για τις ευθύνες των άλλων, ελάχιστα για τις δικές μας».

Βέβαια το πιο αγωνιώδες ερώτημα είναι αν και πότε θα καταφέρουμε να σπάσουμε αυτό τον κύκλο της αδικίας και αντιδικίας και να δημιουργήσουμε μια νέα εποχή στις σχέσεις ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, μια νέα εποχή ειρήνης και ευημερίας.

Πως θα υπερβούμε το παρελθόν, τους εθνικούς εγωισμούς αλλά και την αδιαφορία, που ανέκτηκε και υπέθαλψε την καταστροφή, όπως υπογραμμίζει ο συγγραφέας;

Μέσα στο οδοιπορικό του Παπαδάκη διακρίνουμε και τον πεσιμισμό που λέει “Εν νομίζω να μπορούμε να ζήσουμε ξανά μαζί” αλλά και την προσδοκία των σοφότερων και νεότερων γενεών ότι “πρέπει να την τελειώσουμε τούτη την κατάσταση. Εμείς οι πιο νέοι πρέπει να το ξεκινήσουμε. Κανένας άλλος δεν μπορεί να το κάμει για μας”.

Η γενιά του Παπαδάκη με νέες ιδέες, νέες γνώσεις και νέες ευαισθησίες είναι η πραγματική ελπίδα για τον πολύπαθο τόπο μας.

Το βιβλίο “Η Ηχώ της Νεκρής Ζώνης – Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο” παραδίδεται στο κυπριακό κοινό σε μια πολύ κατάλληλη στιγμή και καθοριστική συγκυρία.

Η αλληλοκατανόηση, η συμπόνια, η απολογία και η συγχώρεση είναι οι κατάλληλες διαδικασίες που θα στηρίξουν τη σημερινή, τελευταία ίσως προσπάθεια για την επανένωση της Κύπρου και ασφαλώς στη συνέχεια, τη δύσκολη διαδικασία της επούλωσης των πληγών, της συμβίωσης και της συνεργασίας.

Όλοι μας καλούμαστε να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να κάνουμε το καθήκον μας. Και ο Γιάννης Παπαδάκης το κάνει και με το παραπάνω.