|
14/05/2007
|
NORTHERN IRELAND:THE WAY TO THE SOLUTION
Βόρειος
Ιρλανδία - Συζήτηση
Η επιτακτική
απαίτηση του λαού της Ιρλανδίας για ειρήνη σε όλη τη νήσο,
τόσο στη Βόρειο Ιρλανδία όσο και στη Δημοκρατία της
Ιρλανδίας, αποτέλεσε το κύριο κίνητρο που ώθησε την
πολιτική ηγεσία των αντιπάλων μερών στη Βόρειο Ιρλανδία να
συμβιβαστούν και να καταλήξουν σε συμφωνία για διαμοιρασμό
της εξουσίας στη Βόρειο Ιρλανδία. Την εκτίμηση αυτή
διατύπωσαν σε χθεσινή συζήτηση για την κατάσταση στη
Βόρειο Ιρλανδία, με τίτλο ''Βόρειος Ιρλανδία: o δρόμος
προς τη λύση'', που διοργάνωσαν ο ΟΠΕΚ και το Intercollege,
τόσο ο Πρεσβευτής της Ιρλανδίας στη Λευκωσία Τομ Μπρέιντι
όσο και ο Υπατος Αρμοστής της Βρετανίας Πίτερ Μίλετ, οι
οποίοι σημείωσαν παράλληλα και τη σταδιακή αλλά σταθερή
οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών,
που συνέβαλε στην προσπάθεια ειρήνευσης στην περιοχή. Ένας
άλλος παράγοντας που βοήθησε στην επίτευξη της συμφωνίας
για σύσταση κυβέρνησης συνεργασίας στη Βόρειο Ιρλανδία,
σύμφωνα με τους δύο πρέσβεις, ήταν ο παραμερισμός των
εξτρεμιστικών στοιχείων, ενώ η οικονομική ανάπτυξη και
ευημερία που άρχισε να εδραιώνεται στην Ιρλανδία
διαδραμάτισε και αυτή το δικό της σημαντικό ρόλο. Στη
συζήτηση, που διοργανώθηκε μια βδομάδα μετά την ιστορική,
όπως την χαρακτήρισαν συμφωνία για διαμοιρασμό της
εξουσίας στη Βόρειο Ιρλανδία μεταξύ των πολιτικών κομμάτων
της χώρας, τονίστηκε, επίσης, ο μεγάλος συμβιβασμός που
έκαναν το κόμμα του Πρώτου Υπουργού Ιαν Πέισλι DUP και το
κόμμα του Τζέρι Ανταμς Σιν Φέιν, για σύσταση κυβέρνησης
συνασπισμού. Ο Πρεσβευτής της Ιρλανδίας έκανε μια εκτενή
και λεπτομερή ιστορική αναφορά στη χώρα του,
επισημαίνοντας ότι για την επίτευξη της ειρήνης έπρεπε να
συζητηθούν και να διευθετηθούν οι σχέσεις μεταξύ πρώτον
των Ενωτικών (που υποστηρίζουν την παραμονή της Βορείου
Ιρλανδίας ως μέρος του ΗΒ) και των Εθνικιστών που
υποστηρίζουν την επανένωση της Ιρλανδίας, δεύτερο η σχέση
Βορείου Ιρλανδίας - Δημοκρατίας της Ιρλανδίας και τρίτον η
σχέση Δουβλίνου - Λονδίνου. Ο κ. Μπρέιντι αναφέρθηκε και
στον ένοπλο αγώνα του ΙΡΑ, καθώς και στις ταραχές που
άρχισαν το 1969 από Καθολικούς, που ζητούσαν τα πολιτικά
τους δικαιώματα.
«Ηταν ξεκάθαρο ότι η όποια νέα κυβέρνηση θα έπρεπε να
αναγνωρίσει και να δικαιώσει την ταυτότητα τόσο των
Ενωτικών όσο και των Εθνικιστών και να δώσει και στις δύο
κοινότητες ισοτιμία», είπε, προσθέτοντας πως στην επίτευξη
της πρόσφατης συμφωνίας συνέβαλαν το θάρρος της πολιτικής
ηγεσίας και η κοινωνία των πολιτών, παράγοντες που ωστόσο
είχαν να αντιμετωπίσουν την έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα
στις δύο κοινότητες, που επιδεινώθηκε με τη συνεχιζόμενη
βία εκατέρωθεν. Τέλος, ανέφερε πως το Δουβλίνο, σε μια
προσπάθεια να βοηθήσει στην εδραίωση της ειρήνης μέσω της
επιτευχθείσας συμφωνίας, έχει υποσχεθεί το ποσό των 580
εκατ. Ευρώ επιπλέον της οικονομικής βοήθειας του Λονδίνου.
Στη δική του παρουσίαση ο κ. Μίλετ αναφέρθηκε στην
οικοδόμηση εμπιστοσύνης, τους συμβιβασμούς που έχουν γίνει
και την ανάληψη ευθυνών από την πολιτική ηγεσία ως τα
βασικά βήματα που οδήγησαν στην επίτευξη της συμφωνίας,
καθώς και τη συμβολή του Λονδίνου και του Δουβλίνου.
Τόνισε παράλληλα τον «τοπικό» χαρακτήρα του προβλήματος
στη Βόρειο Ιρλανδία, αλλά και της λύσης του και εξήγησε
ότι η συμφωνία προβλέπει διαμοιρασμό των υπουργείων
ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Σημείωσε ως
σημαντικούς σταθμούς στην επίτευξη της συμφωνίας τις
αλλαγές στην Αστυνομία, την κατάθεση των όπλων μέχρι
στιγμής μόνο από το ΙΡΑ, την οικονομική ανάπτυξη,
ιδιαίτερα στην Ιρλανδία, και κατέληξε λέγοντας πως στην
πορεία εφαρμογής της συμφωνίας σίγουρα θα υπάρξουν
πολιτικές δυσκολίες, παρόμοιες με αυτές που όλα τα κράτη
μέλη της ΕΕ αντιμετωπίζουν.
«Η διαφορά σήμερα είναι ότι τώρα μπορούν να επιλύσουν τις
διαφορές αυτές με τον ίδιο τρόπο που άλλα κράτη επιλύουν
τις διαφορές τους, πολιτικοί από διάφορους χώρους μπορούν
να εργαστούν μαζί προς όφελος του λαού της Ιρλανδίας»,
πρόσθεσε.
ΚΥΠΕ
|