O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Δημοσιεύσεις :: Θρησκευτική Έκφραση και Φιλελεύθερη Ανοχή 

06/02/2007 | Θρησκευτική Έκφραση και Φιλελεύθερη Ανοχή: με αφορμή την απαγόρευση της μαντίλας στο γαλλικό σχολείο

Ρένα Χόπλαρου

Πριν από περίπου ένα χρόνο μια έντονη συζήτηση είχε ξεσπάσει σε ολόκληρη την Ευρώπη με αφορμή αυτού που έμεινε γνωστό ως «η απαγόρευση της μαντίλας» από το γαλλικό δημόσιο σχολείο. Η ένταση της συζήτησης ήταν δικαιολογημένη γιατί το συγκεκριμένο θέμα παίζει με τα όρια που υπάρχουν μεταξύ της παραδοσιακής α – θρησκευτικότητας της Γαλλικής Δημοκρατίας και της αντι - θρησκευτικότητας. Ταυτόχρονα, δύο κρίσιμες έννοιες δοκιμάζονται στη συγκεκριμένη συζήτηση: «η ανοχή» και «η κοσμικότητα του κράτους». Και οι δύο αυτές έννοιες είναι πολύ αδύναμες στη δική μας κοινωνία.

Αρχικά υποστήριζα φανατικά την απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να απαγορεύσει με νόμο στους μαθητές/τριες των δημοσίων σχολείων να εμφανίζονται με σύμβολα και ενδυμασίες που υποδηλώνουν τη θρησκευτική τους πίστη. Η νομοθετική ρύθμιση είναι διατυπωμένη με ένα γενικό τρόπο και τονίζω ότι αναφέρεται σε όλες ανεξαιρέτως τις θρησκείες. Ουσιαστικά όμως προέκυψε όταν μουσουλμάνες μαθήτριες άρχισαν να εμφανίζονται στα δημόσια σχολεία της χώρας τους φορώντας τις μαντίλες τους. Ταυτίστηκα με την απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης γιατί θεώρησα ότι έτσι προστατεύει τον κοσμικό χαρακτήρα της δημόσιας εκπαίδευσης και διασφαλίζει τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Έχοντας μάλιστα κατά νου την έντονη εμπλοκή της Κυπριακής Εκκλησίας στα δημόσια πράγματα και τη διάχυτη παρουσία της στα σχολεία μας αναθάρρησα με το παράδειγμα που δίνει η Γαλλία ως το κατεξοχήν κοσμικό κράτος στην Ευρώπη. Εκφράζει με τον πιο αποφασιστικό τρόπο την αρχή πως «το κράτος δεν πρέπει να θρησκεύεται». Συνεπές προς την αρχή αυτή, το γαλλικό σχολείο, ως ένα κρατικό ίδρυμα, θέτει το ζήτημα της θρησκευτικής παιδείας εκτός των στόχων της δημόσιας κρατικής εκπαίδευσης. Όποια οικογένεια στη Γαλλία θέλει να παρέχει στο παιδί της θρησκευτική εκπαίδευση μπορεί να το κάνει είτε στέλνοντας το σε ιδιωτικό θρησκευτικό σχολείο είτε στα διάφορα οργανωμένα προγράμματα της Εκκλησίας στην οποία ανήκει, κάτι σαν το δικό μας κατηχητικό. Στη Γαλλία βέβαια ο χώρος όπου γίνονται τα μαθήματα του «κατηχητικού» δεν είναι ποτέ το δημόσιο σχολικό κτίριο. Αυτό παραμένει αυστηρά ουδέτερο απέναντι σε όλες τις θρησκείες. Με βάση τελοσπάντων όλο το παραπάνω σκεπτικό η απαγόρευση ως προς μαντίλες μοιάζει δικαιολογημένη. Είναι όμως τόσο απλό το ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση;

Κάνοντας δεύτερες σκέψεις νομίζω ότι με τη συγκεκριμένη απαγόρευση της μαντίλας ο χαρακτήρας της γαλλικής εκπαίδευσης από α – θρησκευτικός διολίσθησε στον αντι –θρησκευτικό. Αλλο πράγμα να κρατάει η επίσημη κρατική εκπαίδευση μια ουδετερότητα απέναντι στα θρησκευτικά πιστεύω των μαθητών/τριών και άλλο πράγμα η μεταβολή ή η καταναγκαστική αποσιώπηση ή η απαγόρευση της έκφρασης των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Η γαλλική εκπαίδευση είναι συνεπής με τον εαυτό της όταν δεν επιτρέπει θρησκευτικά σύμβολα και εικόνες στις σχολικές αίθουσες και όταν δεν προπαγανδίζει υπέρ κανενός θρησκεύματος. Δεν είναι όμως από την άλλη πλευρά συνεπής ως προς τις φιλελεύθερες αξίες της δημοκρατίας όταν απαγορεύει στα άτομα να φέρουν θρησκευτικά σύμβολα που φανερώνουν την πίστη τους (μαντίλες, τουρμπάνια, φέσια, σταυρουδάκια, μπορσαλίνο, κτλ). Όταν το κάνει αυτό είναι σαν να παραβιάζει τους κανόνες της ατομικής ελευθερίας και έκφρασης τους οποίους υποτίθεται ότι διασφαλίζει με την αυστηρή προσήλωση στον πλήρη διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας. Με άλλα λόγια στο γαλλικό σχολείο, όπως και σε όλα τα σχολεία, θα έπρεπε ο καθένας να μπορεί να είναι ότι θέλει, άθεος, μουσουλμάνος, χριστιανός, βουδιστής, κτλ. Κανείς δεν μπορεί να εκδιωχθεί από ένα δημόσιο χώρο εξαιτίας του ότι φέρει θρησκευτικά σύμβολα από τη στιγμή βέβαια που δεν χρησιμοποιεί τα σύμβολα αυτά για να προπαγανδίζει ή για να καταπιέζει τους υπόλοιπους. Γνωρίζω ότι είναι δύσκολο να τραβήξουμε τις κόκκινες γραμμές. Από ποιο σημείο και έπειτα η θρησκευτική έκφραση της μιας ομάδας γίνεται καταπιεστική για τους υπόλοιπους; Αλλά ποιος υποστηρίζει ότι η κατάκτηση μιας υψηλού επιπέδου ανεκτικής δημοκρατίας είναι εύκολη υπόθεση; Αυτός δεν είναι υποτίθεται ο πολυδιαφημισμένος στόχος των ευρωπαϊκών κρατών;

Ας δούμε όμως από κοντά δύο έννοιες που ίσως μας βοηθήσουν να φωτίσουμε καλύτερα τη συζήτηση που έχει ξεσπάσει, όχι μόνο στη Γαλλία αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, με αφορμή τη χρήση της μαντίλας. Η πρώτη αφορά την ιδέα της ανοχής απέναντι στους άλλους. Ένα από τα βασικότερα προτάγματα της φιλελεύθερης κληρονομιάς και κατά την άποψη μου η πιο καίρια προσφορά της φιλελεύθερης σκέψης στο ζήτημα των ατομικών δικαιωμάτων, είναι η ανοχή απέναντι ακόμα και στους «αντιπαθείς άλλους». Ένας συνειδητοποιημένος φιλελεύθερος δεν διώκει, δεν τιμωρεί όλους εκείνους που ζουν με τρόπους που θεωρεί κατακριτέους και που πιστεύουν σε ιδέες που η δική του κοσμοθεωρία ορίζει ως ανόητες, λανθασμένες, πολλές φορές και ενοχλητικές. «Ένα άτομο με φιλελεύθερες αντιλήψεις ακόμα κι αν έχει τη δύναμη ή τα μέσα για να τιμωρήσει ή να διώξει τους διαφωνούντες με τις δικές του απόψεις συνειδητά δεν το κάνει. Αυτή είναι και η κρίσιμη διαφορά μεταξύ του «ανέχομαι» και του «υπομένω» ή του «υφίσταμαι αναγκαστικά» τονίζει ο Φιλήμων Παιονίδης στο σχετικό με το θέμα μας άρθρο του στο φιλοσοφικό περιοδικό Cogito (Ιανουάριος 2005).

Ας έρθουμε τώρα στη δεύτερη έννοια που αφορά τον ορισμό της κοσμικής εκπαίδευσης. Κοσμική είναι η εκπαίδευση που δεν επιβάλλει στους μαθητές της κανένα θρήσκευμα. Δεν έχει υποχρεωτικές αλλά ούτε και προαιρετικές προσευχές και εκκλησιασμούς. Στο κοσμικό σχολείο δε βλέπεις πουθενά επίσημα θρησκευτικά σύμβολα και ονομασίες (π.χ. Δημοτικό Σχολείο Αποστόλου Ανδρέα). Οι μαθητές δεν υφίστανται καμία ευμενή ή δυσμενή διάκριση λόγω θρησκεύματος και τέλος τα θρησκευτικά μαθήματα, εάν διδάσκονται, έχουν εγκυκλοπαιδικό και όχι κατηχητικό χαρακτήρα. Εννοείται ότι για τα μαθήματα των θρησκευτικών δεν προαπαιτείται καμία ομολογία πίστεως από πλευράς των παιδιών. Όλα τα παραπάνω θεωρούνται απαράβατα χαρακτηριστικά για να μπορούμε να ορίζουμε μιαν εκπαίδευση ως κοσμική και όχι ως θρησκευτική - θεοκρατική. Απαράβατος ωστόσο κανόνας για την κοσμική εκπαίδευση είναι πως δεν στρέφεται κατά του προϋπάρχοντος θρησκευτικού φρονήματος των παιδιών και ούτε τους αναγκάζει να απαρνηθούν ή έστω να ντραπούν για την πίστη τους. Με άλλα λόγια η κοσμική εκπαίδευση δε σημαίνει ότι επιβάλλει την αθεΐα. Η αθεΐα δεν είναι συστατικό στοιχείο της φιλελεύθερης κοσμικής εκπαίδευσης αλλά ακόμη κι εάν ήταν, το να προσπαθήσει κανείς να την επιβάλλει με νομοθετικά και αστυνομικά μέτρα αυτόματα την ακυρώνει ως φιλελεύθερη.

Μήπως η Γαλλία στη συγκεκριμένη περίπτωση οχυρώνεται πίσω από την παραδοσιακή της θέση για το διαχωρισμό εκκλησίας – κράτους για να συγκαλύψει ένα αναδυόμενο κύμα ξενοφοβίας και μη ανεκτικότητας; Δεδομένου μάλιστα ότι το ζήτημα προέκυψε με το μουσουλμανικό θρήσκευμα, το οποίο δεν ταυτίζεται με εκείνο της πλειοψηφίας, δημιουργείται, νομίζω δικαιολογημένα, η ανησυχία ότι η απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης μπορεί να συνδέεται και με έναν υποβόσκων ρατσισμό. Τέλος μένει ανοιχτό το ερώτημα: Θα παραμείνουν αμόρφωτες όσες νεαρές μουσουλμάνες αρνηθούν να φοιτήσουν εξαιτίας της απαγόρευσης στα δημόσια σχολεία ή εκδιωχθούν από αυτά; Μήπως έτσι οι γαλλίδες μουσουλμάνες σπρώχνονται με έμμεσο τρόπο στα θρησκευτικά σχολεία αυτά που εξαρχής ήθελε να αποδυναμώσει η Γαλλική Δημοκρατία; Δεν αξίζει να το ξανασκεφτούμε; Δηλαδή να ξανασκεφτούμε πώς θα επιτύχουμε ένα α – θρησκευτικό κράτος που θα εγγυάται όμως την θρησκευτική έκφραση όλων των πολιτών.

Στην Κύπρο οι πρώτες δηλώσεις του νέου Αρχιεπισκόπου για το λόγο που πρέπει να έχει η εκκλησία στα εκπαιδευτικά και εθνικά πράγματα ήταν αρκετά προβληματικές. Προφανώς δίνουν το στίγμα των προτεραιοτήτων της Εκκλησίας της Κύπρου. Το τραγικό είναι βεβαίως ότι δεν βρέθηκε πολιτικός που να υπενθυμίσει στον Αρχιεπίσκοπο ότι στα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Ελπίζω να υπάρχει και στην Κύπρο μια ισχυρή ομάδα πολιτών που να υποστηρίζει με σθένος ότι τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής και εξωτερικής πολιτικής τον έχουν οι εκλεγμένοι κρατικοί αντιπρόσωποι, δηλαδή οι πολιτικοί και όχι η εκκλησιαστική ηγεσία. Γιατί η διαπλοκή πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας μας παίρνει διακόσια πενήντα χρόνια πίσω πολύ πριν τη Γαλλική Επανάσταση και τον Διαφωτισμό.