|
Όπως
αρκετοί γνωρίζετε και εγώ ο ίδιος είμαι παιδί του
εξωλλαδικού Ελληνισμού και από ευτυχή συγκυρία
μοιράζομαι τα οράματα και τους στόχους του Υφυπουργού
Εξωτερικών κ. Νιώτη για τις τύχες του Οικουνεμικού
Ελληνισμού, τους χαιρετισμούς του οποίου έχω τη χαρά
να σας μεταφέρω σήμερα, μια και οι ίδιοι ανειλημμένων
υποχρεώσεων δεν μπόρεσαν να βρίσκονται ανάμεσά μας.
Από κοινού με τον κ. Υφυπουργό προσπαθούμε - και
γνωρίζουμε ότι στηρίζετε την προσπάθεια αυτή - να
μεταγράψουμε σε πραγματικότητα, μέσα από συγκεκριμένες
δράσεις, την αντίληψη ότι η οικουμενικότητα είναι τα
πραγματικά όρια τόσο της Ελλάδας και της Κύπρου, όσο
και του Ελληνισμού που ζει εκτός εθνικών συνόρων.
Πρόκειται για μια αντίληψη της σχέσης
κράτους-Ελληνισμού, η οποία ξεπερνάει την προσέγγιση
του "εθνικού κέντρου", όπως αυτή διαμορφώθηκε ιστορικά
τον περασμένο αιώνα και μέχρι προσφάτως και ταλάνιζε
τον Ελληνισμό. Σήμερα, η πολιτεία καλείται να
υπηρετήσει την πολυδιάστατη και πολύμορφη ζωή του
πολυκεντρικού οικουμενικού ελληνισμού.
Η στάση αυτή ανταποκρίνεται γενικά στις προκλήσεις της
σύγχρονης διεθνούς συγκυρίας της "παγκοσμιοποίησης"
αφενός και των εθνικών αναδιπλώσεων αφετέρου και
ειδικότερα στην μεγάλη πρόκληση για το μέλλον της
Κύπρου.
Για την πρώτη πρόκληση δεν χρειάζεται νομίζω κανείς να
προσθέσει τίποτε άλλο εκτός από το ότι τα επτά (7)
εκατομμύρια περίπου Έλληνες και ελληνικής καταγωγής
άτομα που ζουν στο εξωτερικό μπορούν σήμερα
περισσότερο από κάθε άλλη εποχή να αντιπαλέψουν την
πορεία συρρίκνωσης του εθνικού κράτους - μοίρα όλων
των εθνικών κρατών - και να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο
της ιστορίας μας, της ιστορίας του "δικτυωτού έθνους",
όπου η Οικουμενικότητα θα κατισχύσει του εθνοκρατισμού.
Η δεύτερη όμως πρόκληση, το μέλλον της Κύπρου, θεωρώ
ότι χρειάζεται περισσότερη συζήτηση υπό το φως της
νέας αυτής αντίληψης των σχέσεων του ελληνικού κράτους
με τον Ελληνισμό του εξωτερικού.
Ας εξετάσουμε λοιπόν πιο συγκεκριμένα τι σημαίνει αυτό
σε σχέση με τις εξελίξεις στην Κύπρο αλλά και στο
Κυπριακό.
Σημαίνει καταρχήν επαναπροσδιορισμό του ρόλου της
Κύπρου για τον Οικουμενικό Ελληνισμό για να δώσει το
δημιουργικό παρόν της ως έπαλξη στο σταυροδρόμι της Μ.
Ανατολής και της Αφρικής και για να εξασφαλίσει την
επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού στην πανάρχαιη
ιστορική κοιτίδα του.
Σημαίνει κατά δεύτερο λόγο την εδραίωση, την
ενδυνάμωση και την συστηματικοποίηση των δράσεων της
νεοελληνικής διασποράς από την ελληνική πολιτεία ώστε
να εντείνει και διευρύνει την παράδοση του
πρωταγωνιστικού ρόλου που έχει πάντα διαδραματίσει σε
καίριας σημασίας ζητήματα του έθνους.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε, για ακόμα μια φορά, ότι
καταλύτης για την αναβίωση αυτού του ρόλου των
Αποδήμων τα τελευταία χρόνια υπήρξε η Κυπριακή
Τραγωγία, η οποία σηματοδότησε την επανευαισθητοποίηση
των ομογενειακών οργανώσεων έναντι των εθνικών
προβλημάτων και τη μεταγραφή της σε ουσιαστική
πολιτική δράση.
Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι το ελληνικό λόμπι
δημιουργήθηκε και άρχισε να δρα στα μέσα της δεκαετίας
του 1970.
Το Κυπριακό έδωσε το έναυσμα για να συνειδητοποιήσει ο
ελληνισμός της διασποράς ότι αποτελεί εθνική δύναμη
και όχι απλά μια πηγή εμβασμάτων και δωρεών. Και
αναφέρομαι βέβαια στην επιρροή που άσκησε το ελληνικό
"λόμπι" στο Αμερικανικό Κογκρέσο ώστε να επιβάλλει το
1975 και μέχρι το 1978 το "εμπάργκο όπλων" στην
Τουρκία και να συμβάλλει έτσι στη "διεθνοποίηση" του
προβλήματος.
Είναι βεβαίως σαφές - και επιβεβαιώθηκε και μετέπειτα
από την αδυναμία του ίδιου αυτού λόμπι να συνεχίσει
την αποτελεσματική δράση του στην ίδια κατεύθυνση,
παρά τη σφοδρή του επιθυμία, - ότι η συγκεκριμένη
ενέργεια υιοθετήθηκε από το Κογκρέσο διότι συνέπλεε
αφενός με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, τα οποία
θεώρησε ότι επλήτοντο από την πολιτική Κίσσιγγκερ στην
περιοχή και αφετέρου με τα συμφέρονται του ως όργανο
της νομοθετικής εξουσίας που ήθελε, υποστηρίζοντας το
Νόμο Εξωτερικής Βοήθειας του 1961 και τις αμερικάνικες
συμφωνίες του 1947 και 1960, να επιβεβαιώσει το κύρος
του έναντι της κυβέρνησης Φορντ.
Βεβαίως το ελληνικό "λόμπι" στις ΗΠΑ δεν έπαψε ποτέ να
επιδιώκει την προώθηση των εθνικών μας θεμάτων στις
εκάστοτε αμερικανικές κυβερνήσεις χωρίς όμως έκτοτε να
φθάσει στην κορύφωση της αποτελεσματικότητας του 1975.
Δεν πρέπει ωστόσο να υποτιμούμε τη συμβολή του στη
συνεχή διατήρηση στην επικαιρότητα του Κυπριακού και
στις πρωτοβουλίες των ΗΠΑ για συνέχιση του διαλόγου
στα πλαίσια των Ην. Εθνών.
Όμως το θέμα που καλούμε να παρουσιάσω είναι ευρύτερο
από αυτό της επιρροής του Ελληνισμού στα διεθνή κέντρα
αποφάσεων για το Κυπριακό, γι' αυτό θα περάσω σ' ένα
άλλο χώρο, πιο οικείο για μένα, στον Ελληνισμό της
Αυστραλίας και στο ρόλο που αυτός έπαιξε για την
προώθηση ενός άλλου εθνικού μας ζητήματος: του
Μακεδονικού.
Η συνένωση των Ομογενών της Αυστραλίας έγινε το 1992
υπό την καταλυτική επίδραση του Μακεδονικού. Στα
πλαίσια αυτής της υποστασιοποιημένης συνεργασίας, όλων
των παροικιακών οργανώσεων ανεξαιρέτως, έγιναν τα
μεγαλύτερα συλλαλητήρια της πέμπτης ηπείρου από την
εποχή του Βιετνάμ (1992 & 1994). Η παρέμβαση της εκεί
ομογένειας στην κορύφωσή της επέτυχε να επηρεάσει
άμεσα την εξωτερική πολιτική της Αυστραλίας για το
ζήτημα.
Έτσι επιτεύχθηκε να μην επιτραπεί στην πρώην
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Μακεδονίας να ανοίξει
Πρεσβεία στην Αυστραλία, εάν δεν τηρήσει όρους όπως τη
μη χρησιμοποίηση του όρου "Δημοκρατία της Μακεδονίας"
να προσδιορίζεται η αυτοαποκαλούμενη "μακεδονική"
γλώσσα, αναγνωρισμένη από το αυστραλιανό εκπαιδευτικό
σύστημα, ως Mecedonian (Slavonic), να χρησιμοποιείται
ο όρος FYROM στα εισαγόμενα από τα Σκόπια προϊόντα,
στις εταιρίες τηλεπικοινωνιών, στους τηλεφωνικούς
καταλόγους και στην έκδοση αδειών παραμονής των
Σκοπιανών, να καταψηφίζονται οι πολιτικοί που παίρνουν
αντίθετες από τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα θέσεις.
Η δράση της διασποράς μας στην Αυστραλία δεν
περιορίζεται βέβαια αποκλειστικά στο Μακεδονικό.
Σημαντικές πρωτοβουλίες, όπως ίσως γνωρίζετε, έχουν
αναληφθεί για την προώθηση του Κυπριακού, όπως η
διαμόρφωση της θετικής για την Κύπρο ψήφου της
Αυστραλίας στους διεθνείς οργανισμούς, τα ετήσια
συλλαλητήρια για την μαύρη επέτειο της τουρκικής
εισβολής, η αποτροπή εισαγωγής προϊόντων από τα
κατεχόμενα, η μη αναγνώριση διαβατηρίων και εμπορικών
συναλλαγών με το Ψευδοκράτος, για να αναφέρω μερικές
από τις πιο σημαντικές δράσεις.
Ουσιαστική επίσης είναι η συμβολή του απόδημου στην
Αυστραλία για τον ελληνισμό της Αλβανίας. Και εδώ
νομίζω ότι θα πρέπει να σταματήσω την ανάλυση για
επιμέρους εθνικά θέματα και γεωγραφικά εντοπισμένες
διασπορές του ελληνισμού και να περάσεω στην καθολική
εξέταση του ρόλου όλων των Αποδήμων απανταχού της γης
στα διεθνή κέντρα αποφάσεων για το σύνολο των εθνικών
δικαίων και όχι μόνο.
Η αναφορά μου στους Απόδημους στις ΗΠΑ και στην
Αυστραλία υπαγορεύτηκε κατά κύριο λόγο από τον
σημαντικό ρόλο των πρώτων στο Κυπριακό, μια και
βρισκόμαστε στην Κύπρο, και από την προσωπική μου
εμπειρία για τους δεύτερους, χωρίς να σημαίνει ότι "κοινότητες
των Ελλήνων" σε άλλα μήκη και πλάτη του πλανήτη αλλά
και μεμονωμένες προσωπικότητες ελληνικής καταγωγής δεν
έχουν συμβάλει τόσο στην προώθηση των εθνικών
προτεραιοτήτων όσο - και το σπουδαιότερο - στην
επιβίωση του μη - ελλαδικού Ελληνισμού ανά την υφήλιο
και στην αναγέννηση της Οικουμενικής Ελληνικότητας.
Είναι γεγονός ότι με αφετηρία τα εθνικά προβλήματα της
Ελλάδας οι κινητοποιήσεις των ομογενών (μόνιμων
κατοίκων και πολιτών περισσοτέρων από 140 χωρών του
κόσμου) σε μικρές και μεγάλες εστίες της Διασποράς
συνέβαλαν στην μετεξέλιξη των ιδίων των Αποδήμων,
ενισχύοντας την εθνική τους αυτοπεποίθηση έναντι των
συνοίκων εθνοτήτων και αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον
των νεοτέρων γενεών για την ιστορία, τη γλώσσα και τις
παραδόσεις της Ελλάδας.
Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την σύγχρονη διεθνή
συγκυρία και την προσπάθεια της ελληνικής πολιτείας να
εδραιώσει μια ουσιαστικά αμφίδρομη επικοινωνία και να
προκαλέσει την όσμωση των διαφορετικών πραγματικοτήτων
που διαμορφώνονται από τον ελληνισμό εντός και εκτός
συνόρων, σηματοδοτεί και τον νέο ρόλο που μπορεί
εφεξής να διαδραματίσει ο ελληνισμός στα διεθνή κέντρα
αποφάσεων.
Με δεδομένα
α) τη διαδικασία επανενσωμάτωσης της έννοιας της
οικουμενικότητας ως πραγματικού στοιχείου της
σύγχρονης αυτογνωσίας μας ως έθνους και
β) τη διεθνή συγκυρία της παγκοσμιοποίησης που ευνοεί
την λειτουργία των εθνών μέσω δικτύων προσώπων και όχι
μέσω αποκλειστικά των κρατικών μορφωμάτων, ας
εξετάσουμε την τρίτη συνιστώσα της δυνάμει
αναβαθμισμένης επιρροής του ελληνισμού στα διεθνή
κέντρα αποφάσεων: την δράση του ελληνικού κράτους για
προώθηση της αυτοοργάνωσης και της δημιουργίας δικτύων
στους κόλπους των Αποδήμων με στόχο την προαγωγή
θεμάτων που αφορούν την Ελλάδα και τον Ελληνισμό.
Πρώτη σημαντική πρωτοβουλία είναι ή ίδρυση του
Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ), του "συμβουλευτικού
οργάνου" της Ελλάδας σε θέματα Αποδήμων και
Παλιννοστούντων. Το ΣΑΕ κατά τα πέντε πρώτα χρόνια της
ύπαρξης του εκτός από ολοκληρωμένες προτάσεις για
θέματα αρμοδιότητας του ανέλαβε και μια σειρά
δραστηριοτήτων στον κοινωνικό, πολιτικό και
πολιτιστικό τομέα. Σήμερα βρίσκεται στη φάση επίτευξης
της οικονομικής του αυτοδυναμίας και εξετάζει τη
δυνατότητα μετεξέλιξής του σε Μη Κυβερνητικό Οργανισμό
(NGO), νομική μορφή που μπορεί, σε συνθήκες σύγχρονης
διεθνούς συγκυρίας, να του εξασφαλίσει την
λυσιτελέστερη παρέμβαση του στο χώρο της αναγέννησης
του Οικουμενικού Ελληνισμού. Αξίζει επίσης να τονιστεί
το γεγονός ότι μετά τη Γ' Παγκόσμια Συνέλευση του ΣΑΕ
στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 1999, Απόδημοι,
Ελλάδα και Κύπρος έχουμε προχωρήσει στην ίδρυση
δικτύων εντός του πλαίσιου του ΣΑΕ για τις Απόδημες
Ελληνίδες, τους νέους, τους ανθρώπους του πολιτισμού,
τους επιστήμονες και τους Απόδημους επιχειρηματίες.
Επίσης, τον Σεπτέμβριο του 1996, "ιδρύθηκε" η
Διακοινοβουλευτική Ένωση στην οποία συμμετέχουν όλοι
οι ελληνικής καταγωγής πολιτικοί αξιωματούχοι από όλη
την υφήλιο, στην πλειοψηφία τους βουλευτές, άμεσα
δηλαδή εκλεγμένα πρόσωπα από τον λαό των κρατών που
αντιπροσωπεύουν.
Δεύτερη αλλά όχι λιγότερο σημαντική πρωτοβουλία της
Ελληνικής Πολιτείας, η ίδρυση της "Παγκόσμιας
Συνέλευσης του Ελληνισμού" με σκοπό την διαδικτύωση
των Ελλήνων της Διασποράς που δεν ανήκουν απαραίτητα
στην οργανωμένη ελληνική ομογένεια και είναι
διαπρεπείς πολίτες των χωρών διαμονής τους.
Mε ακρογωνιαίους λίθους της δύο αυτές πρωτοβουλίες η
ελληνική πολιτεία επαναχαράσσει την πολιτική της για
τον Απόδημο επιδιώκοντας, μεταξύ πολλών άλλων και
σημαντικών, τη σύνδεση και τη διαπλοκή των θεμάτων
στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό
με τα διεθνή κέντρα αποφάσεων και επιρροής, θέμα και
της σημερινής ημερίδας.
Αποτελεί προσωπικό μου αλλά και συλλογικό πιστεύω της
κυβέρνησης ότι αυτή η νέα πολιτική για τον Απόδημο
Ελληνισμό θα ανοίξει πραγματικά νέους ορίζοντες
επιρροής του Ελληνισμού στα διεθνή κέντρα αποφάσεων
και θα μπορέσει να συμβάλλει ουσιαστικά στην θετική
αντιμετώπιση των εθνικών μας θεμάτων.
Το Κυπριακό αποτελεί ταυτόχρονα ένα εθνικό και ένα
διεθνές πρόβλημα. Εθνικό, όχι στα παρωχημένα πλαίσια
της θεωρίας του εθνικού Κέντρου περασμένων εποχών αλλά
σε αυτά όλου του ελληνισμού και της δυνατότητας
προάσπισης του Κυπριακού με πλήρη συνεργασία όλων των
δυνάμεων του. Διεθνές, γιατί γενεσιουργός αιτία του
υπήρξε η εισβολή και κατοχή μέρους του εδάφους ενός
ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, της Κυπριακής
Δημοκρατίας, από ένα άλλο, την Τουρκία.
Στα 26 χρόνια που μεσολάβησαν από τον "Αττίλα" η
Ελλάδα αντιμετώπισε πάντα το πρόβλημα στη διττή του
ουσία, ως εθνικό, ακόμα και όταν για γνωστούς λόγους
προέβαλε το δόγμα "Η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα
συμπαρίσταται" και ως διεθνές χωρίς να επιτρέψει να
μεταπέσει σε διακοινοτική διαμάχη, με συνεχή επαναφορά
του στα πλαίσια του ΟΗΕ.
Η ελληνική πολιτική, μετά από την πολύχρονη εμπειρία
προσπαθειών επίλυσης του προβλήματος και υπό το φως
των σύγχρονων διεθνών εξελίξεων έχει δύο άξονες
αντιμετώπισης του Κυπριακού:
α) Την προσέγγιση κατά το δυνατόν με την Τουρκία, με
στόχο την σταδιακή προώθηση τόσο του Κυπριακού όσο και
των Ελληνοτουρκικών διαφορών ευρύτερα και
β) την ένταξη της Κύπρου το ταχύτερο δυνατόν στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η σημερινή στάση της ελληνικής κυβέρνησης για
συνεννόηση με τον γείτονα δεν είναι νέα. Ήδη ο
Βενιζέλος κατά την τελευταία του Πρωθυπουργία
(1928-32) διακήρυσσε την πεποίθηση ότι ο καλύτερος
τρόπος ευόδωσης των εθνικών στόχων των Κυπρίων θα
βρισκόταν στα πλαίσια του πολιτικού ρεαλισμού, της
Αγγλοελληνικής δηλαδή συνεννόησης. Σήμερα και μετά
τόσα χρόνια αναποτελεσματικής μη-συνεννόησης της
Ελλάδας με την Τουρκία για το Κυπριακό - κρίνεται
σκόπιμο να ακολουθηθεί αυτή η στάση από την χώρα μας
ως προς την Τουρκία που συνπροσδιορίζει - είτε το
θέλουμε είτε όχι - το μέλλον της Μεγαλονήσου.
Το θέμα της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
με απώτερο στόχο την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης
λύσης του, προσφέρει σημαντικό πεδίο δράσης και στον
Απόδημο Ελληνισμό και μάλιστα τόσο σε αυτόν της
Ευρώπης όσο και της Αμερικής, όπου έμμεσα εμπλέκεται
στο ζήτημα. Αθήνα, Λευκωσία και τα ευρωπαϊκά και
αμερικανικά κέντρα της ελληνικής διασποράς μπορούν και
καλούνται να δραστηριοποιηθούν για να ξεπεραστούν οι
επιφυλάξεις των εταίρων μας για ένταξη της Κύπρου στην
Ένωση ακόμα και πριν την επίλυση του πολιτικού
ζητήματος. Οι δυνατότητες επιρροής του Ελληνισμού στις
Βρυξέλλες αλλά και σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες - μέλη
της Ένωσης είναι απεριόριστες, με δεδομένο μάλιστα ότι
για την ταχεία ένταξη της Κύπρου στους κόλπους της
συνηγορεί και μέρος του πολιτικού και επιχειρηματικού
τουρκοκυπριακού κόσμου.
Η επίλυση του Κυπριακού σύμφωνα με τα εθνικά μας
δίκαια περνά σήμερα κυρίως μέσα από την Ευρωπαϊκή
Ένωση. Ως εκ τούτου νοιώθω πραγματικά μεγάλη ευθύνη
και υπερηφάνεια που από το δικό μου μετερίζι, ως
γενικός Γραμματέας Απόδημου Ελληνισμού, μου
προσφέρεται η δυνατότητα, μέσα από την ενίσχυση της
εθνικής αυτής δύναμης που λέγεται Ελληνική Διασπορά,
να βάλω κι εγώ ένα πετραδάκι στο οικοδόμημα του
μέλλοντος ενός χωρίς τραύματα και απειλές κυπριακού
ελληνισμού.
|