O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδόσεις :: Ο κόσμος αλλάζει. Εμείς;.

Ο κόσμος αλλάζει. Εμείς;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στο κατώφλι του 21ου αιώνα:
Σύγχρονοι Προβληματισμοί

Γιάννος Κρανιδιώτης

 Η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλάζει με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Σε γενικότερο επίπεδο, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η γεωπολιτική ενοποίηση της Ευρώπης δημιούργησαν μία εντελώς νέα πραγματικότητα στη γηραιά ήπειρο. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αλλά και αυτές που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης έχουν εγκαινιάσει τη δύσκολη διαδικασία εγκαθίδρυσης δημοκρατικών θεσμών, πλουραλιστικής κοινωνίας και οικονομιών της αγοράς. Ορισμένες από τις χώρες αυτές έχουν σημειώσει αξιόλογη πρόοδο στη διαδικασία αυτή. Όλες, όμως, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, θεωρούν ότι η διαδικασία οικοδόμησης δημοκρατικών θεσμών και ανταγωνιστικής οικονομίας θα διευκολυνθεί και διασφαλισθεί με την ένταξη τους ως πλήρη μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και δημιούργημα της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, έδειξε εκπληκτική ικανότητα προσαρμογής στις νέες πραγματικότητες και εντυπωσιακή ευελιξία στην αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων. Οι προκλήσεις αυτές δεν προέρχονται μόνο από τη δραματική αλλαγή του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος. Προέρχονται επίσης από την εντεινόμενη δυναμική της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα της παγκοσμιοποίησης και ενοποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών - φαινόμενο τις συνέπειες του οποίου ζούμε όλοι καθημερινά αφού η οικονομική κρίση, είτε εκδηλώνεται στην Ασία είτε στη Ρωσία, επηρεάζει τα χρηματιστήρια των Αθηνών και της υπόλοιπης Ευρώπης.

Οι προκλήσεις προέρχονται επίσης από τις ραγδαίες τεχνολογικές ανακατατάξεις ιδιαίτερα στον τομέα των τεχνολογιών, επικοινωνιών και πληροφόρησης. Ζούμε σ' ένα "διαδικτυομένο κόσμο" στον οποίο η διακίνηση των πληροφοριών γίνεται με αστραπιαία ταχύτητα με αποτέλεσμα να έχουμε οδηγηθεί σ' αυτό που έχει αποκληθεί "παγκόσμιο χωριό" "global village".

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δρομολογήσει τέσσερις διαδικασίες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων και την προσαρμογή της στα νέα δεδομένα του παγκόσμιου και ευρωπαϊκού συστήματος. Τις ακόλουθες:

(α) την εγκαθίδρυση της πλήρους οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) με τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος - ευρώ,

(β) τη διεύρυνση της Ένωσης με την Κύπρο και τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης,

(γ) την αναμόρφωση των κοινών πολιτικών, της κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ), διαρθρωτικής πολιτικής και δημοσιονομικού πλαισίου, μια διαδικασία που συλλογικά έχει γίνει γνωστή ως "Agenda 2000",

(δ) τη θεσμική προσαρμογή και τον εκδημοκρατισμό της Ένωσης που επέρχεται, σε σημαντικό βαθμό, με τη νέα Συνθήκη του Άμστερνταμ που βρίσκεται στη διαδικασία επικύρωσης με στόχο να τεθεί σε ισχύ στις αρχές του ερχόμενου έτους.

Αναμφίβολα, η εγκαθίδρυση της ΟΝΕ συνιστά τη σημαντικότερη εξέλιξη στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τη δημιουργία της ως Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στη δεκαετία του 1950.

Η εγκαθίδρυση της πλήρους ΟΝΕ με τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος, ευρώ θα έχει καταλυτικές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες.

Στον οικονομικό τομέα, με την εκχώρηση της πλήρους νομισματικής κυριαρχίας στους Κεντρικούς Ευρωπαϊκούς Θεσμούς (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα - ΕΚΤ), τα κράτη-μέλη θα χάσουν σημαντικά μέσα μακρο-οικονομικής πολιτικής (όπως το μέσον του καθορισμού της νομισματικής ισοτιμίας) αλλά ταυτόχρονα θα αποκτήσουν όλες τις προϋποθέσεις για την εδραίωση της νομισματικής σταθερότητας. Οι πρόσφατες δεινές νομισματικές αναταραχές έδειξαν τη σημασία δημιουργίας μίας "ζώνης νομισματικής σταθερότητας" στον ευρωπαϊκό χώρο. Ατυχώς, το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό αστάθειας και ρευστότητας. Χαρακτηρίζεται από την έλλειψη επαρκών θεσμικών μηχανισμών που να διασφαλίζουν σταθερότητα. Η δημιουργία του ευρώ θα αποτελέσει μία "άγκυρα εμπέδωσης της νομισματικής σταθερότητας".

Από την άποψη αυτή, η εγκαθίδρυση της ΟΝΕ μπορεί να θεωρηθεί ως η ευρωπαϊκή απάντηση στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης. Εξάλλου, όλες οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι το ευρώ θα καταστεί σύντομα διεθνές μέσον συναλλαγών και διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Έτσι το ευρώ θα συμβάλει στη δημιουργία ενός περισσότερο συμμετρικού διεθνούς συστήματος, ενός συστήματος που σήμερα κυριαρχείται μονομερώς από το δολάριο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκεντρώνει όλα εκείνα τα "θεμελιώδη οικονομικά χαρακτηριστικά" που θα της επιτρέψουν να αναδειχθεί ως μείζων νομισματική δύναμη στο διεθνές σύστημα. Και η πρόσφατη οικονομική κρίση υπογραμμίζει την ανάγκη για αποτελεσματική ευρωπαϊκή ηγεσία για την αντιμετώπιση κρίσεων της μορφής αυτής.

Αλλά η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος ευρώ δεν θα αποτελέσει μόνο παράγοντα σταθερότητας. Θα αποτελέσει επίσης παράγοντα ανάπτυξης, αφού θα ολοκληρώσει τη διαδικασία εγκαθίδρυσης της ενιαίας εσωτερικής αγοράς αίροντας τα τελευταία εμπόδια στη διακίνηση των συντελεστών παραγωγής. Έτσι θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις σταθερής, χωρίς πληθωρισμό, ανάπτυξης που θα οδηγήσει στη μείωση των απαράδεκτα υψηλών επιπέδων ανεργίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Και θα πρέπει να τονίσω κατηγορηματικά ότι χωρίς τη μείωση της ανεργίας το εγχείρημα για οικονομική και νομισματική ένωση θα στερείται ουσιαστικής νομιμοποίησης.

Ωστόσο η εγκαθίδρυση του ενιαίου νομίσματος θα έχει πάνω απ' όλα εκτεταμένες πολιτικές συνέπειες. Με τη δημιουργία του ευρώ, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά τη δυναμική, για βαθύτερη πολιτική ενοποίηση τόσο στο θεσμικό τομέα όσο και στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η νομισματική ένωση - ενιαίο νόμισμα - μπορεί να λειτουργήσει ομαλά και αποτελεσματικά μόνο στα πλαίσια ενιαίου πολιτικού μορφώματος. Πρόκειται για το πλαίσιο που μπορεί να εγγυηθεί το δημοκρατικό έλεγχο των νομισματικών - κεντρικών θεσμών, όπως της Κεντρικής Τράπεζας κ.λ.π. Επομένως, είναι φυσικό να αναμένεται ότι η εγκαθίδρυση του ευρώ θα οδηγήσει σε πολιτική ένωση που, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, θα έχει ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να λειτουργεί ως "οικονομικός γίγαντας και πολιτικός νάνος".

Έναντι των ιστορικών αυτών προκλήσεων στο κατώφλι του 21ου αιώνα, έχουν διαμορφωθεί στους κόλπους της ΕΕ δύο πολιτικές φιλοσοφίες: η σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλιστική αντίληψη και η νεοφιλελεύθερησυντηρητική. Το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης των δύο αυτών αντιλήψεων θα διαμορφώσει το περιεχόμενο, το ρόλο και την προοπτική της Ευρώπης του μέλλοντος.

Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να μας διαφύγει το μήνυμα της Διάσκεψης του Πέρτσαχ, όπου επιβεβαιώθηκε η πρόθεση των ηγετών της ΕΕ για την ολοκλήρωση της διαδικασίας των θεσμικών μεταρρυθμίσεων για την ομαλή διεύρυνση της Ένωσης και την πολιτική ενοποίησή της. Ταυτόχρονα όμως ήταν αισθητή η τάση για απομάκρυνση από τη στενή ορθολογική οικονομική αντίληψη των τεχνοκρατών στην προώθηση του στόχου αυτού. Αναμφίβολα, η τάση αυτή αντικατοπτρίζει τη βούληση των 13 κεντροαριστερών κυβερνήσεων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Ένα νέο υπόδειγμα μακροοικονομικής πολιτικής αρχίζει ήδη να διαμορφώνεται στον ευρωπαϊκό χώρο. Ορισμένοι μιλούν ήδη για επιστροφή στον "κεϋνσιανισμό".

Η Ελλάδα έχει ταχθεί ανεπιφύλακτα και δυναμικά υπέρ της οικοδόμησης μιας Ευρώπης η οποία παράλληλα με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, την ενίσχυση των ευρωπαϊκών οικονομιών και της ανταγωνιστικότητας είναι ευαίσθητη και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην κοινωνική προστασία του Ευρωπαϊκού πολίτη. Για τους Έλληνες σοσιαλιστές, άμεση προτεραιότητα έχει η επίλυση των οξύτατων προβλημάτων της ανεργίας, της απασχόλησης, του κοινωνικού αποκλεισμού, της πρόνοιας, της υγείας, του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής, που μαστίζουν τις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και γενικότερα των Ευρωπαίων σοσιαλιστών, επικεντρώνεται στον περαιτέρω εκδημοκρατισμό της λειτουργίας των θεσμών της ΕΕ με την ανάπτυξη του συστήματος των κοινών αξιών, όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ισότητα των φύλων, η καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου κ.ο.κ. Η Ελλάδα δε συγκαταλέγεται, ως γνωστόν, ανάμεσα στις πρώτες έντεκα χώρες που θα προχωρήσουν στη δημιουργία του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999. Δεν συγκαταλέγεται γιατί ακόμη δεν πληρεί τα "κριτήρια σύγκλισης" που έχει καθορίσει για το σκοπό αυτό η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αλλά η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συμμετάσχει το ταχύτερο δυνατό, το 2001 δηλ., στο ένα ενιαίο νόμισμα. Η συμμετοχή επιβάλλεται για λόγους οικονομικούς, πολιτικούς αλλά και λόγους εθνικής ασφάλειας. Για την Ελλάδα, η συμμετοχή στο ευρώ συνιστά "επένδυση ασφαλείας". Γιατί, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα απίθανο μία χώρα-μέλος του ευρώ να δεχθεί εξωτερική επίθεση.

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, παρά τα οποιαδήποτε προβλήματα, είναι θετικές και επιτρέπουν τη ρεαλιστική εκτίμηση ότι η χώρα θα αποτελέσει το 2001 το δωδέκατο μέλος του ενιαίου νομίσματος - ευρώ. Με την ένταξή της στο ευρώ η Ελλάδα θα έχει εκπληρώσει ένα βασικό στόχο πολιτικής και θα έχει διασφαλίσει αμετάκλητα τη θέση της στο νέο ευρωπαϊκό σύστημα, ως πλήρες και ισότιμο μέλος.

Η διεύρυνση με την Κύπρο και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αποτελεί την άλλη μεγάλη πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ένταξη της Κύπρου στην Ένωση θα αποτελέσει το καταλυτικό γεγονός, πολιτικά και οικονομικά, για το νησί. Γνωρίζετε ασφαλώς τις θέσεις μας πάνω στο θέμα της ένταξης. Πιστεύουμε ότι η ένταξη μπορεί να συμβάλει στην εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την οικοδόμηση ενός πολιτικού συστήματος ομοσπονδιακού χαρακτήρα που θα διασφαλίζει τη θέση και τα δικαιώματα και των δύο κοινοτήτων.

Στο πολιτικό θέμα, η ελληνική προσπάθεια αναπτύσσεται προς τρεις αλληλένδετες κατευθύνσεις. 1. Η ευρωπαϊκή πορεία και η πλήρη ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ. 2. Ο διακοινοτικός διάλογος για την προώθηση μιας λύσης στο Κυπριακό σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ και το Διεθνές Δίκαιο και 3. Ο ουσιαστικός στρατιωτικός διάλογος που θα έχει ως στόχο τον σταδιακό αφοπλισμό και την τελική αποστρατικοποίηση της νήσου. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζουμε την ιδέα της κοινής δράσης και των συντονισμένων ενεργειών του ΟΗΕ και της ΕΕ για την εξεύρεση μίας μόνιμης και δίκαιης λύσης στο Κυπριακό.

Ως γνωστό, η λογική αυτή πρόταση για την άρση του αδιεξόδου δεν έχει, μέχρι στιγμής, βρει θετική ανταπόκριση από την τουρκική πλευρά. Σ' ό,τι αφορά στην ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, ατυχώς η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν έχει κατανοήσει τη σημασία της ένταξης και των πλεονεκτημάτων που της προσφέρει. Γι' αυτό, και κάτω από την πίεση της Άγκυρας, αρνήθηκε την πρόσκληση που απηύθυνε ο Πρόεδρος Κληρίδης για συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις. Αλλά, είτε έτσι είτε αλλιώς, η Κύπρος οδεύει για πλήρη ένταξη και είναι αδύνατο να ανακοπεί η πορεία αυτή χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η όλη διαδικασία διεύρυνσης. Η Κύπρος θα είναι ανάμεσα στις πρώτες χώρες που θα ενταχθούν στην Ένωση.

Η διεύρυνση ωστόσο αντιπροσωπεύει ιστορική επιλογή μείζονος σημασίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Η σταθερότητακαι οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη εξαρτάται από τη διεύρυνση της Ένωσης με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η πρόσφατη κρίση στη Ρωσία υπογραμμίζει, με τρόπο δραματικό θα έλεγα, τη σημασία διεύρυνσης της Ένωσης και επέκτασης του "ενοποιητικού προτύπου" στο "άλλο" τμήμα της Ευρώπης. Γι' αυτό πιστεύουμε οτι οι διαδικασίες διεύρυνσης θα πρέπει να επιταχυνθούν και να προσλάβουν τον πολιτικό χαρακτήρα που οι ιστορικές στιγμές που ζούμε επιβάλλουν.

Με τη διεύρυνση της Ένωσης προς Ανατολάς, διεύρυνση που στον κατάλληλο χρόνο θα πρέπει να συμπεριλάβει και τις χώρες της Βαλκανικής, δημιουργούνται εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις για την Ελλάδα και την Κύπρο να διαδραματίσουν από κοινού νέο οικονομικό και πολιτικό ρόλο στην περιοχή. Η παλαιότερη "θεωρία της γέφυρας" μπορεί να λειτουργήσει τώρα προς το χώρο της Βαλκανικής με πρωτοβουλίες από την Ελλάδα και το χώρο της Mέσης Ανατολής, με πρωτοβουλίες από την Κύπρο. Οι δύο χώρες, Ελλάδα και Κύπρος, μπορούν δηλαδή στα πλαίσια της διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποτελέσουν τους πόλους για την ανάπτυξη ενός "συνεργατικού προτύπου" σχέσεων και επικοινωνίας στις ευρύτερες περιοχές της Ν.Α. Ευρώπης με στόχο την ειρήνη, τη σταθερότητα, τη δημοκρατία και την ανάπτυξη.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις περιοχές, όπου θα μπορούσαν να αναληφθούν πρωτοβουλίες συνεργασίας:

Επενδυτικές πρωτοβουλίες ανάμεσα σε ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα καθώς και σε τραπεζικά ιδρύματα των χωρών-μελών της Ένωσης. Στις πρωτοβουλίες αυτές θα μπορούσαν να συμμετάσχουν τα χρηματοδοτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως π.χ. η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) ή ακόμη και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανοικοδόμησης και Ανάπτυξης (ΕΒRD). Τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να διευρύνουν την τραπεζική παρουσία Ελλάδας και Κύπρου στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Στον τομέα των θεματικών προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα προγράμματα PHARE, TACIS και MEDA (για την Ανατολική Ευρώπη, τις χώρες της Κοινοπολιτείας των Ανεξαρτήτων Κρατών - ΚΑΚ, και της Μεσογείου) προσφέρουν ευκαιρίες - σε συνδυασμό με τις χρηματοδοτήσεις των Διατραπεζικών Ταμείων - για την ανάπτυξη της οικονομικής συνεργασίας και επέκταση της συνεργασίας αυτής στην ευρύτερη περιοχή. Επισημαίνω τη σημασία των προγραμμάτων αυτών για τον ιδιωτικό και τραπεζικό τομέα της οικονομίας.

Στον ευρύτερο οικονομικό τομέα με την ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Στα πλαίσια αυτά, η αξιοποίηση του "κεκτημένου" και δυναμικών συνεπειών της ενιαίας εσωτερικής αγοράς θα είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Στο πρότυπο αυτό των σχέσεων επιθυμούμε να συμπεριληφθεί και η Τουρκία εφόσον βεβαίως η χώρα αυτή αποδεχθεί τις αξίες και τους κανόνες που διέπουν την ευρωπαϊκή συμπεριφορά. Ειδικότερα, στη βάση ότι η Τουρκία συμβάλλει στην επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, στο σεβασμό της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και προχωρεί γενικότερα στον εκδημοκρατισμό και το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τότε μπορεί να αποτελέσει θεσμικό μέλος του ευρύτερου ευρωπαϊκού συστήματος συνεργασίας. Η Ελλάδα επιθυμεί να υποβοηθήσει στην εξέλιξη αυτή υπό τις προϋποθέσεις που περιέγραψα.

Ευρώπη, Ελλάδα και Κύπρος βρίσκονται συνεπώς αντιμέτωπες με νέες προοπτικές, ευκαιρίες και προκλήσεις, στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Καθώς το παγκοσμιοποιημένο σύστημα φαίνεται να στερείται θεσμικών βάσεων σταθερότητας, η Ευρωπαϊκή Ένωση με την εγκαθίδρυση της ΟΝΕ και τη διεύρυνση αναδεικνύεται ως ο κατ' εξοχήν συντελεστής σταθερότητας. Η συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου στο σύστημα αυτό σημαίνει επέκταση του συστήματος στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και των Βαλκανίων. Από την άποψη αυτή, Ευρώπη, Ελλάδα και Κύπρος συνθέτουν ένα σύνολο, αλλά και ταυτόχρονα μία δυναμική σχέση συμπληρωματικότητας. Οι πολιτικές και οικονομικές δυνατότητες και ευκαιρίες που δημιουργεί η σχέση αυτή είναι προφανείς για όλους.

Βεβαίως, η διεύρυνση της Ένωσης δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγούμενα να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία για τη θεσμική και πολιτική αναμόρφωση της ίδιας της Ένωσης. Σε ό,τι αφορά στη θεσμική αναμόρφωση, η Συνθήκη του Άμστερνταμ πραγματοποιεί ένα σημαντικό μεν αλλά ατελές βήμα προς τηκατεύθυνση αυτή. Ορισμένα σοβαρά θεσμικά θέματα που συνδέονται τόσο με την ΟΝΕ όσο και με τη διεύρυνση παραμένουν αναπάντητα. Η θεσμική συγκρότηση της Ένωσης θα πρέπει να καταστεί κατάλληλη για να αποδεχθεί είκοσι έξι ενδεχομένως χώρες-μέλη. Αυτό σημαίνει ότι το θεσμικό σύστημα που σχεδιάσθηκε στη δεκαετία του 1950 θα πρέπει να προσαρμοσθεί και αναπτυχθεί.

Η προσαρμογή όμως του θεσμικού συστήματος θα πρέπει να γίνει με σεβασμό ορισμένων βασικών αρχών, όπως π.χ. της δημοκρατίας και θεσμικής ισότητας όλων των κρατών-μελών μικρών ή μεγάλων. Για μας το σύστημα που διασφαλίζει τις αξίες αυτές είναι η ομοσπονδία - το ομοσπονδιακό σύστημα προσαρμοσμένο στις ανάγκες και συνθήκες της Ευρώπης των εθνικών κρατών και διαφορετικών εθνικών ταυτοτήτων. Το σύστημα αυτό εγγυάται πάνω απ' όλα το δημοκρατικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω την ανάγκη κάλυψης του "δημοκρατικού ελλείμματος" που χαρακτηρίζει την Ένωση. Πάντως γύρω από τη μελλοντική θεσμική μορφολογία της Ένωσης έχει ξεκινήσει ήδη μια νέα μεγάλη συζήτηση στην οποία και η Κύπρος οφείλει να συμμετάσχει με ιδέες και απόψεις.

Η δεύτερη μεγάλη μεταρρύθμιση που συνδέεται με τη νέα διεύρυνση είναι αυτή που έχει γίνει γνωστή ως "Agenda 2000" και καλύπτει την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), τις διαρθρωτικές πολιτικές συνοχής και Δ. Ταμεία και τις δημοσιονομικές προοπτικές (προϋπολογισμό) της Ένωσης. Βασική μας θέση στη διαδικασία αυτή είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να καλύψει το κόστος της διεύρυνσης με την αύξηση των πόρων του προϋπολογισμού της. Η Ένωση διαθέτει, ως γνωστόν, σήμερα προϋπολογισμό που το συνολικό της ύψος δεν μπορεί να ξεπεράσει το ισόποσο του 1,27% του αθροιστικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Το ποσό αυτό που καθορίσθηκε το 1992 κάτω από άλλες συνθήκες δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών της διεύρυνσης.

Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωρισθεί ότι οι προοπτικές για την αύξηση των πόρων της Ένωσης δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρές. Αντίθετα ορισμένες από τις μεγάλες χώρες - μέλη της Ένωσης επιθυμούν να συγκρατήσουν τους πόρους μέσα στο όριο του 1,27% ΑΕΠ και μέσα σ' αυτό το όριο να καλύψουν και τις δαπάνες της διεύρυνσης.

Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι η Κύπρος δεν πρόκειται να προκαλέσει ιδιαίτερα υψηλές δαπάνες στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Οι οποιεσδήποτε δαπάνες θα διοχετεθούν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, στο βόρειο τμήμα της νήσου ως το λιγότερο ανεπτυγμένο.

Το περισσότερο ανεπτυγμένο θα δρέψει μια σειρά από άλλα οικονομικά οφέλη. Αλλά θα πρέπει να τονίσω ότι, για να αντλήσει η Κύπρος τα οικονομικά οφέλη, θα προχωρήσει γρήγορα και συστηματικά στην προσαρμογή της οικονομίας στα δεδομένα και τις απαιτήσεις της μεγάλης ενιαίας αγοράς και νομισματικής ένωσης.

Η εμπειρία της Ελλάδας διδάσκει ότι η γρήγορη προσαρμογή του οικονομικού συστήματος, και ιδιαίτερα του οικονομικού ρόλου του κράτους, αποτελεί προϋπόθεση για τη δυναμική αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που προσφέρει η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά, νομίζω, ότι η Κύπρος έχει ήδη εγκαινιάσει εδώ και καιρό, μέσω της διαδικασίας αποδοχής του "κοινοτικού κεκτημένου" τη διαδικασία προσαρμογής. Σε κάθε περίπτωση όμως η διαδικασία θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τόσο το δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Σε μια περίοδο ραγδαίων διεθνών αλλαγών, ανακατατάξεων και κρίσεων η συμμετοχή της Ελλάδας και η επικείμενη ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστούν παράγοντα σταθερότητας τόσο για τις δύο χώρες όσο και για την ευρύτερη περιοχή. Συνιστούν όμως και πηγή δυναμικών ευκαιριών για αξιοποίηση. Συνιστούν πρόκληση για τον 21ον αιώνα.