O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδόσεις :: 16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό.

16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό

Κεντρική Ασία και Κύπρος

Τάκης Χατζηδημητρίου

Το κύριο ερώτημα που προβάλλει, ύστερα από τόσα χρόνια αποτυχημένων διαβουλεύσεων για επίλυση του προβλήματος, είναι αν η ντε φάκτο κατάσταση θεωρείται ή όχι η λύση του προβλήματος.

Για την Τουρκία και για πολλούς Τούρκους πολιτικούς ή στρατιωτικούς παράγοντες το Κυπριακό θεωρείται λυμένο από το 1974.

Όλος, όμως, ο υπόλοιπος κόσμος και κύρια ο ενδιαφερόμενος λαός το θεωρεί ανοικτό. Αυτό δείχνει ότι δεν είναι αρκετή η υπεροπλία ούτε η επιβολή τετελεσμένων για τη λύση του Κυπριακού. Και ούτε αποτελεί λύση η διχοτόμηση ή η διπλή Ένωση, όπως κάποιοι στην ελληνική πλευρά υποστηρίζουν.

Και αυτό, γιατί το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα που συνδέεται με την ιστορία και τη γεωγραφία της περιοχής. Όλο συνεχίζει να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των μεγάλων και των ισχυρών, θα είναι μέσα στις επιδιώξεις τους ο έλεγχος της Κύπρου για την προάσπιση των συμφερόντων τους.

Το Κυπριακό που στην προηγούμενή του φάση, ως αγώνας εναντίον της αποικιοκρατίας και στη συνέχεια με τα προβλήματα της ανεξαρτησίας, ήταν ένα μέγα πολιτικό πρόβλημα, με διεθνείς προεκτάσεις, τώρα εμφανίζεται γυμνό από την πολιτική του διάσταση και παρουσιάζεται ως ένα διακοινοτικό πρόβλημα ή το πολύ ως θέμα παραβίασης του διεθνούς δικαίου.

Προβάλλεται ως νομικό ερώτημα, ως συνταγματικό ζητούμενο, ως ζήτημα ερμηνείας της μιας ή της άλλης δήλωσης, της μιας ή της άλλης παραγράφου που περιλαμβάνεται στα έγγραφα του ΟΗΕ ή των διάφορων μεσολαβητών.

Αυτά τα στοιχεία αποτελούν και τα κεντρικά, αν όχι τα μοναδικά, σημεία ενασχόλησης της πολιτικής μας ηγεσίας. Από τις προσεγγίσεις των σημείων αυτών ορίζεται ο ενδοτικός ή ο ανένδοτος, ο διαλλακτικός ή ο αδιάλλακτος, ο προδότης ή ο πατριώτης και με αυτά επιζητείται η τροφοδότηση του φανατισμού και η αναζήτηση της υποστήριξης μέσα στην πολιτική ζωή.

Και επειδή, με τέτοιου είδους συζητήσεις, ούτε η ανεύρεση κοινού εδάφους μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων είναι δυνατή και πολύ περισσότερο η ανεύρεση λύσης του Κυπριακού στις διακοινοτικές συνομιλίες, χρησιμοποιεί ο ξένος παράγοντας την ασυμφωνία, για να προωθήσει τις δικές του προτάσεις και επιλογές.

Η αποπολιτικοποίηση του Κυπριακού δεν οφείλεται μόνο στη σκόπιμη υπαγωγή του στο επίπεδο του διακοινοτικού προβλήματος, αλλά και στις διεθνείς εξελίξεις που το συνόδευσαν τα τελευταία χρόνια. Η κυριότερη είναι αυτή που συνδέεται με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, την ουδετεροποίηση του Κινήματος των Αδεσμεύτων και τον τερματισμό των απελευθερωτικών επαναστατικών και των αντιαποικιακών αγώνων.

Υπάρχει και ένας πρόσθετος λόγος, αυτός που θέλει το Κυπριακό θύμα της αντιαποικιακής και της αδέσμευτής του φυσιογνωμίας. Μια αντίληψη που έχει εμφυλοχωρήσει σε πλατιούς κύκλους, ότι δηλαδή, αν η Κύπρος συνδεόταν εξ αρχής με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, δε θα είχε τη σημερινή κατάληξη. Ήρθε, όμως, τελικά η ομολογία του Χόλμπρουκ και του Μπερνς για τις αμερικανικές ευθύνες για όσα φοβερά και τραγικά έγιναν, για τα οποία σήμερα ντρέπονται, για να επιβεβαιώσουνόσα καταγγέλλαμε τα κρίσιμα χρόνια. Οι ομολογίες αυτές πιστοποιούν ότι οι αγώνεςγια την ελευθερία και ο αντιαμερικανισμός δεν ήταν μια παρεξήγηση ούτε μια λανθασμένη εκτίμηση, αλλά βασιζόταν σε πραγματικά γεγονότα.

Η Ελλάδα όπως και η Κύπρος ήταν για τις ΗΠΑ δύο αδύνατοι κρίκοι για τη συμμαχία, γιατί διέθεταν ένα δημοκρατικό λαό, ενώ η Τουρκία και το στρατοκρατούμενο πολιτικό της σύστημα εθεωρείτο ο στυλοβάτης της συμμαχίας που έπρεπε να θέσει υπό τον έλεγχό της την περιοχή. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εξουσιοδοτήθηκε να εισβάλει στην Κύπρο και να αμφισβητήσει το status quo του Αιγαίου.

Η αντίληψη ότι η Κύπρος ήταν η Κούβα της Μεσογείου ήταν τόσο εδραιωμένη στη σκέψη των ιθυνόντων των ΗΠΑ, που εξακολούθησε να ισχύει για χρόνια ύστερα από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Χρειάστηκε να παρέλθουν οκτώ ολόκληρα χρόνια, ύστερα από εκείνο το οριακό και σημαδιακό 1989, για να γίνει η δήλωση, πολύ πρόσφατα, από το Χόλμπρουκ ότι ο ψυχρός πόλεμος τερματίστηκε και για την περιοχή μας. Αλλά και πάλι δε γνωρίζουμε αν και πόσο έχουν αλλάξει οι αξιολογήσεις και οι προτεραιότητες των ΗΠΑ και αν πραγματικά διαμορφώθηκαν συνθήκες για επίλυση του Κυπριακού.

Αν σήμερα συζητούσαμε το πολιτικό υπόβαθρο που ορίζουν τα σύγχρονα δεδομένα, πού θα το ανευρίσκαμε;

Νομίζω ότι το κλειδί για την αναζήτηση κάποιας λογικής στις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες ρύθμισης του Κυπριακού, που γίνονται τώρα, θα πρέπει να αναζητηθεί στις εξελίξεις στην Κεντρική Ασία και την Κασπία Θάλασσα, τη διεύρυνση και το νέο ρόλο του ΝΑΤΟ και τη διεύρυνση ΕΕ, και ότι η ΕΕ σημαίνειένα νέο σύστημα υπερεθνικών θεσμών και αξιών.

Αυτό τον καιρό αρχίζει να διαμορφώνεται στην περιοχή μας το σκηνικό του 21ου αιώνα,με κύριες παραμέτρους τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και τη ροή του πετρελαίου και την ανεμπόδιστη διοχέτευση ενέργειας.

Πέρα από τις γνωστές μεσανατολικές πηγές ενέργειας, ήρθαν να προστεθούν αυτές της Κασπίας Θάλασσας και της Κεντρικής Ασίας. Οι επενδύσεις που γίνονται ξεπερνούν τα 10 δισεκ. δολάρια, ενώ παράλληλα το ΝΑΤΟ προχωρεί σε συνεργασίεςμε όλες τις χώρες της Κεντρικής Ασίας μέσα στο πρόγραμμα της συμμετοχής για την ειρήνη. Οι ΗΠΑ αναπτύσσουν ταυτόχρονα δραστηριότητα για πολιτική διείσδυση και για ρύθμιση των προβλημάτων της περιοχής.

Όπως ο καθηγητήςτου Πανεπιστημίου του Στρασβούργου Dr. Witold Raczka παρατήρησε, η περιοχή της Κεντρικής Ασίας έχει μεταβληθεί από χώρο αμερικανικού ενδιαφέροντος σε χώρο αμερικανικής ευθύνης.

Αυτά τα νέα δεδομένα θέλουν διασφάλιση της ροής του πετρελαίου στη στεριά και τη θάλασσα. Η στεριά αφορά την Τουρκία που συνορεύει με τις χώρες της Κεντρικής Ασίας και προβάλλει ιστορική και πολιτιστική συγγένεια και η θάλασσα αφορά την Κύπρο και την Ελλάδα.

Αν υποθέσουμε ότι η αμερικανική πολιτική στην προηγούμενή της φάση ευνοούσε τη διαίρεση της Κύπρου και την επιβολή πραξικοπηματικών και πολεμικών λύσεων, τώρα αναζητεί νέες ρυθμίσεις που να διασφαλίζουν σταθερότητα και να περιλαμβάνουν, μέσα σε ένα κοινό σχέδιο, συνολικά την περιοχή Κεντρικής Ασίας, Τουρκίας, Ελλάδας και Κύπρου.

Αν στα χρόνια του ψυχρού πολέμου οι ΗΠΑ είχαν βραχυπρόθεσμους και στενόμυαλους στόχους, τώρα έχουν διευρύνει το οπτικό τους πεδίο και σχεδιάζουν πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές, όπως τη διεύρυνση και το νέο ρόλο του ΝΑΤΟ, την πολιτική τους με τη Ρωσία και την Κίνα και τα σχέδιά τους στην Κεντρική Ασία. Η αλληλεπίδραση Καυκάσου και Ανατολικής Μεσογείου είναι μια ιστορία που έρχεται και επανέρχεται από την εποχή των τσάρων. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οΡωσοτουρκικός Πόλεμος του 1877 και η συμφωνία του Βερολίνου του 1878 μετέφερε την Κύπρο από την οθωμανική αυτοκρατορία στη βρετανική. Γι' αυτό και η τωρινή μη ομολογημένη σύνδεση Κεντρικής Ασίας και Ανατολικής Μεσογείου, δεν πρέπει να θεωρείται κάτι το παρατραβηγμένο ή το παράδοξο.

Η έντονη ανάμειξη των ΗΠΑ και το αυξημένο βρετανικό ενδιαφέρον οφείλονται στη διαπίστωση ότι η στρατηγική αξία της Κύπρου έχει ενισχυθεί. Αυτό τονίζεται και από τη ρωσική ανάμειξη που, μάλιστα, επιζητεί μεγαλύτερη συμμετοχή στις εξελίξεις.

Παράλληλα, κινούνται για τον ίδιο λόγο πολλές ευρωπαϊκές χώρες μέσα και έξω από την ΕΕ, όπως η Γερμανία και η Γαλλία που δίνουν τη μάχη της δικής τους συμμετοχής στις εξελίξεις.

Όλα όσα γίνονται αυτή την περίοδο συνδέονται με σχέδια που εντάσσονται πια μέσα σε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.

Άμεσο χρονικό ορόσημο είναι η έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών Κύπρου - ΕΕ που αρχίζουν στις 30 Μαρτίου του 1998. Αυτό σημαίνει ότι ο προσεχής Μάρτης θα είναι ο μήνας έντονων διαβουλεύσεων για την προετοιμασία της έναρξης των διαπραγματεύσεων και του τρόπου με τον οποίο θα είναι δυνατή η συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στις διαπραγματεύσεις.

Άλλο κρίσιμο ορόσημο θα είναι ο προσεχής Ιούλιος ή Αύγουστος ή και πιθανόν κάπως νωρίτερα, με επίκεντρο το πυραυλικό αντιαεροπορικό σύστημα S300.

Ο θόρυβος που συνόδευσε την προμήθεια του συστήματος αυτού μαζί με τις τουρκικές προειδοποιήσεις και τις απόλυτες θέσεις των ΗΠΑ, των Βρετανών και των Γερμανών προοιωνίζονται μια περίοδο έντασης, ζυμώσεων και διπλωματικών επαφών που δε θα αφήσει ανεπηρέαστο το στρατιωτικό τοπίο της Κύπρου. Το ενδεχόμενο εντατικών διαβουλεύσεων θα ενισχυθεί, αν η Τουρκία αποφασίσει να θέσει τις δικές της προθεσμίες και όρους. Αν πάλι υπάρξει τουρκική στρατιωτική ενέργεια, πράγμα πολύ δύσκολο, τότε διαμορφώνονται άλλα ενδεχόμενα με απρόβλεπτες συνέπειες και εξελίξεις.

Το αποκορύφωμα των ζυμώσεων θα συμπέσει με την ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που θα θέλουν την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ με λυμένο το Κυπριακό. Ο Χόλμπρουκ το ορίζει σε 4 - 5 περίπου χρόνια.

Ίσως αυτά τα οριακά και προθεσμιακά στοιχεία να είχε κατά νουν ο Γκόρντοβεζ, όταν προανάγγελλε περιορισμένο χρονικό διάστημα έντονης διεθνούς παρέμβασης και διέγραφε τον κίνδυνο της απώλειας ενδιαφέροντος, αν συνεχιστεί αδιέξοδο.

Ενώ μπήκαμε σε μια νέα εποχή εξελίξεων, οι εθνικές πολιτικές σε όλες τις ενδιαφερόμενες χώρες εξακολουθούν την πεπατημένη που γνωρίζουν, που είναι συνηθισμένες και που στηρίζονται πάνω σε ένα φορτισμένο συναισθηματικά και εθνικιστικά λαϊκό υπόβαθρο.

Όμως, οι εξελίξεις επιταχύνονται και στέλλουν μηνύματα προς όλους μας, μέσα από τα κανάλια που πιο πολύ λογαριάζει ο καθένας από μας.

Προς την Ελλάδα μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Προς την Κύπρο μέσω του ΟΗΕ.

Προς την Τουρκία μέσω του ΝΑΤΟ και με απευθείας αμερικανικές παραινέσεις.

Αν το σκεπτικό ότι το Κυπριακό εντάσσεται μέσα σε ευρύτερα πολιτικά πλαίσια είναι σωστό, θα πρέπει και εμείς να διευρύνουμε τον τρόπο προσέγγισης του προβλήματος, ιδιαίτερα όταν το συζητούμε με παράγοντες της διεθνούς σκηνής.

Αυτά τα ευρύτερα πλαίσια ορίζουν το μέλλον μας και τα περιθώρια δράσης μας εντοπίζονται στο χώρο, όπου οι αντιθέσεις ή τα συμφέροντα των μεγάλων μάς επιτρέπουν για να κινηθούμε. Γι' αυτό είναι λάθος η μεγιστοποίηση των επιμέρους και είναι παρεξήγηση η αντίληψη ότι ορίζουμε εμείς τους κανόνες των εξελίξεων. Η επιτυχία των ενεργειών μας θα εξαρτηθεί από το πόσο θα μπορέσουμε να διευρύνουμε τα όρια που οι τρίτοι μας ορίζουν.

Το ζητούμενο μέσα σε αυτό το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό δε θα είναι πια η ανεύρεση τηςμιας ή της άλλης λύσης στο Κυπριακό, αλλά η αναζήτηση μιας εξισορροπημένης σχέσης μεταξύ των χωρών της περιοχής. Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Κύπρος μπορούν να έχουν το δικό τους ρόλο σε σχέση με την κεντρική Ασία, τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή.

Η καταστάλαξη της σημερινής αναταραχής και κρίσης σε όρους αποδεκτούς και για τις τρεις χώρες θα αποτελέσει τη βάση της συνεργασίας και της διευθέτησης των διαφορών.

Υπάρχει η δυνατότητα της ειρήνης και της συνεργασίας στην περιοχή που μπορεί να βασίζεται σε μια εξισορρόπηση δυνάμεων, φιλοδοξιών και σχεδίων, ιδιαίτερα τώρα που έχει εκλείψει ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης.

Μέσα στα πλαίσια αυτά μπορούμε να δούμε και την προοπτική επίλυσης του Κυπριακού.

Αν, αντίθετα, η πολιτική ηγεμονία της Τουρκίας συνεχιστεί και μέσα στα τωρινά δεδομένα, τότε όχι μόνο ειρήνη στην Κύπρο δε θα έχουμε αλλά κι ο κίνδυνος ευρύτερης σύρραξης δεν μπορεί να αποκλειστεί. Και όταν αναλογιστούμε ότι ζούμε στη σημαντικότερη και κρισιμότερη περιοχή της γης, όπου οποιαδήποτε κρίση έχει προεκτάσεις στη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη, αντιλαμβάνεται κανένας εύκολα γιατί παρεμβαίνουν τόσο άμεσα οι Αμερικανοί, όταν ιδιαίτερα εκδηλωθούν επιμέρους εντάσεις.

Θα ήταν ωραία να μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι η αμερικανική παρέμβαση συνδέεται με τη νέα τάξη, όπως την υποσχέθηκαν, όμως ξέρουμε ότι δε γίνονται έτσι τα πράγματα.

Η έγνοια που κυριαρχεί στις σκέψεις μας, τώρα που αναλαμβάνονται συντονισμένες πρωτοβουλίες ΗΠΑ, ΕΕ και δευτερευόντων, Ρωσία, ΟΗΕ, είναι: θα μπορέσουμε να ανεύρουμε το συμβιβασμό που θα φέρει την ειρήνη και την επίλυση των προβλημάτων ή θα αφεθεί η ένταση να κλιμακώνεται, με φανερό τον κίνδυνο για όλους αλλά ιδιαίτερα για μας τους μικρούς, που υπήρξαμε τα μόνιμα θύματα κάθε ευρύτερης σύγκρουσης και αναμέτρησης;

Αυτό είναι πια το ερώτημα των καιρών που η απάντηση του δεν εξαρτάται μόνο από μας. Όμως, εξαρτάται και από μας.