|
Για τη
σημερινή μας συζήτηση ας θεωρήσουμε δεδομένη και
γνωστή την ιστορία των κυπριακών κομμάτων, αυτών,
εννοείται, που έχουν μια διάρκεια μέσα στο χρόνο.
Αναδρομές δε θα επιχειρηθούν, για να μείνουμε στο
παρόν και να συζητήσουμε το μέλλον.
Το θέμα είναι καίριο και επίκαιρο, καθώς το κομματικό
μας σύστημα έχει εξαντλήσει τα όριά του και τα κόμματα
όλα, ή σχεδόν όλα πλην του ΑΚΕΛ, βρίσκονται στις
παραμονές εξελίξεων. Είμαστε στον προθάλαμο μιας νέας
φάσης, μιας ουσιαστικής μεταλλαγής που μπορεί να
φτάσει από τη μετεξέλιξη ώς την πολυδιάσπαση και από
τη μεταμόρφωση ώς τη συγχώνευση στα πλαίσια νέων
σχημάτων.
Στη διαδρομή των κομμάτων μας κλείνει μια μακρά
περίοδος που βαδίζει παράλληλα με το βιολογικό κύκλο
των ιδρυτών και ηγετών τους. Είναι ένας κύκλος με
καταβολές στα χρόνια του αντιαποικιακού αγώνα και
διαμόρφωση - μορφοποίηση στα πρώτα μετανεξαρτησιακά ή
μεταπολεμικά χρόνια Ενιαίο Κόμμα - ΔΗΣΥ, ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ -
ΔΗΚΟ.
Τα χρόνια πέρασαν, οι συνθήκες άλλαξαν, οι ηγεσίες,
όμως, παρέμειναν οι ίδιες, πλην εκείνων που αποδήμησαν.
Είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα, όχι μόνο της πολιτικής
μας ζωής αλλά, θα έλεγα, και της καθημερινής αναφοράς
των Κυπρίων.
Εδώ ας περιοριστούμε στην επισήμανση ότι η
παρατεταγμένη παρουσία των ιδρυτών, των πατριαρχών του
κάθε χώρου έχει μια ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα με όλα
τα θετικά και τα αρνητικά: Συσπειρώνει, ενώνει,
εκφράζει έγκυρα εντός και εκτός κόμματος, αναπτύσσει
πρωτοβουλίες, διαθέτει κύρος που δύσκολα αμφισβητείται.
Παράλληλα και αντικειμενικά, ανεξάρτητα, δηλαδή, από
προθέσεις, περιορίζει τη συλλογικότητα, περιορίζει το
διάλογο και την αντιπαράθεση απόψεων καθώς το αυξημένο
ηγετικό κύρος επιβάλλει άποψη και γραμμή, και όταν
ακόμη δεν το επιδιώκει.
Όμως, τώρα πια, έχουμε φτάσει στις παραμονές της
αλλαγής της σκυτάλης και οι προβληματισμοί, όπως είναι
φυσικό, αναπτύσσονται τόσο μέσα όσο και γύρω από τα
κόμματα, ενώ μετά τις προεδρικές εκλογές θα περάσουμε
στην τελική ευθεία των εξελίξεων και των ανακατατάξεων.
Μπορεί, ίσως, να προβλεφθεί μια ρευστή μεταβατική
περίοδος που θα δείξει την αντοχή των σχημάτων να
επιβιώσουν και να βαδίσουν αυτονομημένα από τους
ιδρυτές - να αποδείξουν, δηλαδή, αν και σε ποιο βαθμό
είναι προσωποπαγή κόμματα - αυτό το ερωτηματικό δεν
αφορά το ΑΚΕΛ, αφορά όμως όλα τα άλλα κόμματα,
περιλαμβανομένου του ΔΗΣΥ καθώς η μετάβαση του κ.
Κληρίδη στην προεδρία της Δημοκρατίας καθόλου δε
διαφοροποίησε τον καθοριστικό ρόλο του επίτιμου πια
προέδρου αλλά ουσιαστικού ηγέτη του χώρου. Για το ΑΚΕΛ,
σ' αυτό το σημείο, μπορεί να λεχθεί ότι διατηρεί τη
σαφή υπεροχή στο επίπεδο των οργανωτικών μηχανισμών,
αντιμετωπίζει, όμως, εμφανές πρόβλημα στα θέματα
ιδεολογίας, ανάλυσης και πολιτικής συμπεριφοράς, που
του δημιουργούν σήμερα εμφανείς δυσχέρειες στην
επικοινωνία του με την κοινωνία και αδυναμία
αξιόπιστου διαλόγου με άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Αυτή, λοιπόν, την περίοδο είναι επείγουσα
προτεραιότητα να προσδιορίσουμε με καθαρότητα τις
πολιτικές αρχές και τις αξίες πάνω στις οποίες θα
πρέπει να στηριχθούν τα κόμματα, οι νέες τους ηγεσίες,
οι νέες δομές, οι νέες πολιτικές, οι νέες συμπεριφορές,
όχι απλώςγια να αντιμετωπίσουν τοπρόβλημα της
συνέχειάς τους αλλά και τη μεγάλη πρόκληση του 21ου
αιώνα, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον τόπο μας.
Σ' αυτή την καμπή οι όποιες αποφάσεις, ακόμη και η
έλλειψη αποφάσεων, η αποφυγή του προβλήματος, θα είναι
όλα καθοριστικά είτε για την ανανέωση και τον
εκσυγχρονισμό είτε για τη συντήρηση ενός κομματικού
συστήματος που καταφανώς νοσεί.
Έχουμε φτάσει στο σημείο να χρειαζόμαστε, όχι μια
αλλαγή απλώς αλλά ένα νέο πολιτικό πολιτισμό, μια νέα
σχέση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις, ένα νέο πλαίσιο
για το διάλογο, τη συνύπαρξη και την αντιπαράθεση
ανάμεσα στα κόμματα.
Η παραδοσιακή πολιτική λειτουργία, στο θεμιτό κατά τα
άλλα παιχνίδι "συμπολίτευσης - αντιπολίτευσης",
έχειεκφυλιστεί μέχρι αναξιοπιστίας. Η λογική άσπρο -
μαύρο, σωστό - λάθος, πατριωτικό και μη, καθορίζεται
πλέον από την ταυτότητα του εκφέροντα το λόγο και όχι
από το περιεχόμενο του ίδιου του λόγου. Είναι ένας
φαύλος κύκλος, όπου το σωστό εναλλάσσεται με το λάθος.
το άσπρο με το μαύρο, ανάλογα με τις συμπολιτευτικές,
τις αντιπολιτευτικές ή τις όποιες άλλες κομματικές
σκοπιμότητες.
Και, όμως, σήμερα καλούμαστε να χαράξουμε μια σταθερή
μακροπρόθεσμη πολιτική καθ' οδόν και ενόψει της
ευρωπαϊκής προοπτικής. Ο δρόμος είναι μακρύς και οι
δυσκολίες μεγάλες. Και εμείς σαν μικρή χώρα δεν έχουμε
άλλη διέξοδο, παρά να κρατήσουμε όσο μπορούμε μια
υπεύθυνη πορεία με ρεαλιστικές, μελετημένες αλλά και
αποφασιστικές επιλογές.
Πρέπει να περάσουμε σε μια άλλη ποιότητα πολιτικού
διαλόγου. Όχι, βέβαια, για να συμφωνούμε όλοι με όλους
και σε όλα. Μα για να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε με
ειλικρίνεια, να συγκρουόμαστε πάνω στις νέες
πραγματικές διαχωριστικές γραμμές και όχι να
σκιαμαχούμε, ανακαλώντας καθημερινά τα φαντάσματα του
παρελθόντος, για να συντηρούμε χάσματα και διαιρέσεις,
εξυπηρετώντας ευτελείς σκοπιμότητες των κομματικών
μικρομάγαζων, ανεξαρτήτως μεγέθους.
Οι μέρες που έρχονται θα είναι μέρες μεγάλης ευθύνης:
Κυπριακό πρόβλημα, ενταξιακός διάλογος, κοινωνικός και
πολιτικός εκσυγχρονισμός θα είναι η μεγάλη δοκιμασία
της ευθύνης και της αξιοπιστίας των πολιτικών μας
φορέων, αλλά και όλων που επαγγελλόμαστε ένα νέο
πολιτικό πολιτισμό.
Μια άλλη πολιτική αναγκαιότητα είναι η απαλλαγή από τα
δεσμά του λαϊκισμού και της διγλωσσίας. Δεν είναι μόνο
θέμα αισθητικής (γιατί είναι κι έτσι). Τώρα που ένας
ολόκληροςιστορικός κύκλος της πολιτικής μας ζωής
κλείνει, είναι η ευκαιρία της ουσιαστικής
ανασυγκρότησης και της αποφασιστικής μεταρρύθμισης.
Το σύστημα δυσλειτουργεί, οι πολίτες δυσφορούν,
αισθάνονται να μην αντιπροσωπεύονται,
αποστασιοποιούνται και γυρνούν την πλάτη στην πολιτική
και τους πολιτικούς.
Τα κόμματα έχουν φθαρεί (όχι όλα στον ίδιο βαθμό και
όχι όλα με τις ίδιες ευθύνες), λειτουργώντας στα
πλαίσια ενός πελατειακού συστήματος που τα θέλει
εταιρείες διεκπεραίωσης ατομικών προβλημάτων ή
οργανωμένων συμφερόντων. Είναι ένα σύστημα που όλοι
αναθεματίζουν, αλλά καλά κρατεί με τους κρατικούς και
κομματικούς μηχανισμούς συντονισμένους στους ρυθμούς
των πελατειακών σχέσεων. Συνήθειες, νοοτροπίες,
πρακτικές και συμπεριφορές που ακυρώνουν κάθε
προοπτική εκσυγχρονισμού.
Είναι ανάγκη να σπάσουμε αυτές τις συνήθειες, αυτές
τις νοοτροπίες, με όποιο τίμημα, με όποιο κόστος.
Είναι ανάγκη να καταργήσουμε την πελατειακή σχέση,
τους πελάτες, τους οπαδούς, τους χειροκροτητές, τους
διακινούμενους καιροσκόπους, τους κάθε λογής
συμφεροντολόγους.
Πρέπει να κτίσουμε μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα
στον κόσμο της πολιτικής και την κοινωνία των πολιτών.
Στα τελευταία χρόνια πολλές "αυτονόητες" αλήθειες
κατερρίφθησαν, βεβαιότητες αναιρέθηκαν, ιδεολογικές
ορθοδοξίες κατέρρευσαν και νομοτέλειες καταργήθηκαν.
Ο συντηρητισμός κάθε απόχρωσης έχει τη δική του
στατική αντίληψη για την κοινωνία και την πολιτική. Η
διαφορά με τους κάθε συντηρητισμούς είναι διαφορά
ευαισθησίας, διαφορά αξιών, διαφορά κουλτούρας.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια νέα πολιτική κουλτούρα που
να φέρνει στο επίκεντρο της προσοχής μας τα μεγάλα
υπαρκτά προβλήματα του σήμερα, απαλλαγμένα από τις
ψυχώσεις του παρελθόντος. Χρειαζόμαστε μια νέα
πολιτική κουλτούρα της ευθύνης και της ευαισθησίας, με
αντίληψη κοινωνικής αλληλεγγύης, με σεβασμό στον
πολίτη, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του.
Αυτή είναι η πρόκληση και το μεγάλο στοίχημα του
πολιτικού εκσυγχρονισμού, που καλούμαστε ως κοινωνία
να απαντήσουμε.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του
εγχειρήματος είναι η ανασύνταξη και η ανασύνθεση του
κομματικού μας συστήματος. Η κατεστημένη και μονίμως
καλλιεργούμενη πόλωση, πέρα από το ότι είναι πλαστή
και συχνά άνευ αντικειμένου, εχθρεύεται κάθε αλλαγή
που διαφοροποιεί το status quo και υπονομεύει κάθε
προοπτική εκσυγχρονισμού εφόσον απειλεί την ηγεμονία
της. Ο κυρίαρχος ρόλος των συγκροτημάτων της
παραδοσιακής δεξιάς και της παραδοσιακής αριστεράς
είναι καταθλιπτικός.
Ο ενδιάμεσος χώρος ασφυκτιά, ενώ τα σχήματά του
κινδυνεύουν μόνιμα είτε να δορυφοροποιηθούν είτε να
περιθωριοποιηθούν, παραμένοντας έτσι κι αλλιώς σε
δευτερεύοντες και συμπληρωματικούς ρόλους, καθώς οι
έννοιες της ισοτιμίας δε συμβαδίζουν με την ηγεμονική
αντίληψη του διπολισμού.
Άρα, όταν αναφερόμαστε σε ανασύνταξη του κομματικού
μας συστήματος και εκσυγχρονισμό της πολιτικής μας
ζωής, εκτιμούμε ως στρατηγικό στόχο την ανασύνταξη του
ενδιάμεσου χώρου που φτάνει ώς τη δημιουργία ενός
μεγάλου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ευρωπαϊκών
προδιαγραφών, με κύριους άξονες τις δυνάμεις του ΔΗΚΟ
και της ΕΔΕΚ αλλά και όλα τα άλλα κόμματα του
ενδιάμεσου χώρου (ΕΔΗ, ΝΕ.Ο), κινήσεις και κοινωνικά
ρεύματα που είναι έτοιμα να συναντηθούν και να
συμπορευθούν σε μια μεγάλη προσπάθεια ανασύνθεσης,
ανανέωσης και εκσυγχρονισμού. Όποιες άλλες επιλογές
περιθωριοποιούν ακόμη περισσότερο τον πολιτικό ρόλο
του ενδιάμεσου χώρου και συντηρούν τα αδιέξοδα.
Είναι, λοιπόν, ένα μεγάλο αίτημα των καιρών που, παρά
τις ορατές δυσκολίες, προσφέρει ρεαλιστικά διέξοδα και
τη μόνη αισιόδοξη προοπτική.
Αλλιώς, ενώ οι άλλες κοινωνίες θα προχωρούν μπροστά, η
δική μας θα παραμένει καθηλωμένη στον αναχρονισμό του
διπολισμού και την ψυχροπολεμική ψύχωση των
παραδοσιακών σχημάτων.
Με μια νέα γενναία πρωτοβουλία ενός νέου μεγάλου
σοσιαλδημοκρατικού σχήματος μπορούμε να ανοίξουμε νέες
προοπτικές, για να προβάλουν αποφασιστικά στο πολιτικό
προσκήνιο οι δυνάμεις της ανανέωσης, του
εκσυγχρονισμού και της κοινωνικής συναίνεσης σαν ο
καθοριστικός παράγοντας των εξελίξεων.
Αυτή είναι η τελευταία αλλά όχι η έσχατη προϋπόθεση
για τη μεταμόρφωση των κομμάτων και για την επιτυχία
του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος.
|