O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδόσεις :: 16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό.

16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό

Επιστροφή στην Πολιτική
Έχει μέλλον η σοσιαλδημοκρατία στην Κύπρο;

Δρ. Κύπρος Χρυσοστομίδης

"Επαναστατώ άρα υπάρχω", έλεγε ο Καμύ. Η κυπριακή κοινωνία μπορεί άραγε να κάνει μια κοινωνική, ειρηνική επανάσταση; Συνειδητοποιεί ότι ο πραγματικός σκοπός του κράτους είναι η ελευθερία των πολιτών; Φτάσαμε στο σημείο να αποσείσουμε το φαινόμενο των "ειδικών στις διαταγές" και των "ειδικών στην υπακοή;"

Από την τελευταία προεκλογική αναμέτρηση το πολιτικό μας σύστημα βγαίνει βαθιά τραυματισμένο. Το χάσμα που είχε ήδη δημιουργηθεί μεταξύ των πολιτών και πολιτικών έχει διευρυνθεί. Οι γραμμές που οριοθετούσαν τις ιδεολογικές διαφορές των κομμάτων έχουν αλλοιωθεί. Η εκλογική βάση που αποτελούσε τη δύναμη των κομμάτων έχει μεταβληθεί. Η κινητικότητα των ψηφοφόρων ήταν έντονη. Τα κενά που έχουν δημιουργηθεί στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσώπησης είναι τεράστια. Τα παραδοσιακά κόμματα δε συντηρούν τις συμπαγείς εκλογικές μάζες που διέθεταν πριν από ορισμένα χρόνια. Ολόκληρη, νομίζω, η κοινωνία αναζητεί νέους τρόπους πολιτικής εκπροσώπησης.

Το πρόβλημα εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα:

Και στο επίπεδο των προσώπων που καλούνται να καλύψουν τα κενά, που θα δημιουργήσει η σταδιακή αποχώρηση της προχωρημένης ηλικίας πολιτικών ηγετών, και στο επίπεδο της ιδεολογίας που καλούνται να προτείνουν σύγχρονα πολιτικά κόμματα στην κοινωνία των πολιτών, η οποία αισθάνεται πλέον πολιτικά αποξενωμένη.

Το πρόβλημα είναι γενικό. Γίνεται όμως οξύτερο και αμεσότερο στο χώρο του κέντρου. Η πολυδιάσπασή του, η ιδεολογική και η πολιτική συντριβή του, από τις δυνάμεις της παραδοσιακής δεξιάς και της παραδοσιακής αριστεράς, θέτουν άμεσα ζητήματα της ανασυγκρότησής του και της πολιτικής οριοθέτησής του. Το όλο σύστημα βρίσκεται σε κρίση, σε οριακή όμως κρίση βρίσκεται ιδίως το κέντρο.

Τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών εγκαινιάζουν μια νέα περίοδο στην πολιτική ιστορία της Κύπρου. Όχι γιατί επεφύλαξαν κάποια ιδιαίτερη έκπληξη, αλλά γιατί επιβεβαιώνουν τάσεις που ωριμάζουν εδώ και καιρό και καταστάσεις που απαιτούν ξεπέρασμα των σημερινών πολιτικών σχημάτων, προκειμένου να αποφευχθεί μια ακόμη μεγαλύτερη κρίση του κυπριακού πολιτικού συστήματος.

Η επιβεβαίωση της κυριαρχίας των δύο μεγάλων κομμάτων, της δεξιάς και της αριστεράς, δεν αποτελεί λύση ούτε προϋπόθεση αποτροπής της κρίσης.

Πρώτον, γιατί πρόκειται για μια επιβεβαίωση συγκυριακή, συνδεδεμένη με ιδιάζουσες συνθήκες, κυρίως την εκκρεμότητα του Κυπριακού, και που εξαρτάται από προσωπικότητες, των οποίων η ιστορική μονιμότητα στο πολιτικό προσκήνιο, ίσως η ηλικία και η νοοτροπία, δεν επιτρέπουν τον καθορισμό νέων μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων.

Δεύτερον, γιατί η επιβεβαίωση της κυριαρχίας των δύο μεγάλων κομμάτων είναι καθαρά ποσοτική και όχι ποιοτική. Δεν εξασφαλίζει δηλαδή όρους ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας, ικανής να εκφράσει με σταθερότητα την κοινωνική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος.

Οι εκλογικές συγκυρίες και ίσωςμια εντύπωση, καλώς ή κακώς, για καλύτερη δυνατότητά του να συνεχίσει τους χειρισμούς για το εθνικό ζήτημα και την ΕΕ εξασφάλισαν την επανεκλογή του προέδρου Κληρίδη. Όχι, όμως, και την πολιτική συνοχή του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Η ανησυχία που προκάλεσε η ενδεχόμενη υποψηφιότητα Μαρκίδη είναι ενδεικτική της ρευστότητας που επικρατεί στις τάξεις του Συναγερμού.

Παρά την καθολική συσπείρωση των παραδοσιακών ψηφοφόρων της αριστεράς γύρω από τον υποψήφιο Γιώργο Ιακώβου, δεν κατέστη δυνατό για το ΑΚΕΛ να επιβάλει τις επιλογές του και να εξασφαλίσει ηγεμονική θέση στη διαχείριση της εξουσίας και διά μέσου της την ηγεμονία του στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς.

Αντίθετα, οι φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύχθηκαν ήταν ισχυρότερες από τη δυναμική επανακατάκτησης της εξουσίας από ένα κεντροαριστερό "μπλοκ" δυνάμεων. Η παραμονή άλλωστε αυτών των δυνάμεων εκτός εξουσίας, για δεύτερη κατά σειρά πενταετία, αποκαλύπτει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των ορίων της παραδοσιακής στρατηγικής της αριστεράς.

Το πρόβλημα στο χώρο του κέντρου είναι ασφαλώς ακόμη πιο οξύ. Η βάση του ΔΗΚΟ ουσιαστικά πολυδιασπάστηκε μεταξύ ΑΚΕΛ, Γαλανού, Συναγερμού και ΕΔΕΚ, αφήνοντας τις επιλογές και τη στάση της ηγεσίας του κόμματος μετέωρη.

Η μείωση των δυνάμεων των ΕνωμένωνΔημοκρατών επίσης οφείλεται σε μια ανάλογη, ίσως, τριχοτόμηση και εν πάση περιπτώσει καταδεικνύει την αδυναμία διεύρυνσης ενός ακροατηρίου χωρίς σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Η θεαματική βελτίωση των εκλογικών επιδόσεων της ΕΔΕΚ, σε σύγκριση με τις εκλογές του Μαΐου 1996, δεν άρκεσε για να επιβεβαιώσει τη συνοχή των δυνάμεών της. Και εδώ ουσιαστικά επανεμφανίζεται το φαινόμενο της τριχοτόμησης.

Ένα, όμως, είναι το ασφαλές συμπέρασμα:

(α) Οι δυνάμεις του κέντρου βρίσκονται σε αποπροσανατολισμό αλλά, ταυτόχρονα, και σε διαδικασία απεξάρτησης από τις παραδοσιακές ηγεσίες του, και

(β) αναζητούν μια νέα ταυτότητα, ιδεολογική έκφραση και πολιτική οργάνωση.

Το αίτημα του επαναπροσδιορισμού και της επανένωσης των δυνάμεων του κέντρου φαίνεται και είναι καθολικό.

Και η δική μου θέση είναι υπέρ της αναγέννησης και ανασυγκρότησης του κέντρου και της δημιουργίας ενός σύγχρονου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην Κύπρο.

Τι σημαίνει, όμως, η πρόταση αυτή;

Με ποια χαρακτηριστικά και σε ποια βάση θα μπορούσε να επιχειρηθεί αυτή η επανένωση που θα επέτρεπε στο κέντρο όχι μόνο να ανασυγκροτηθεί αλλά και να ανασυγκροτήσει το σύνολο της πολιτικής ζωής στην Κύπρο, που σήμερα σημαδεύεται από το οδυνηρό διαζύγιο μεταξύ των πολιτών και των πολιτικών;

Σημαίνει πρώτα απ' όλα απάντηση στην ανάγκη εξασφάλισης μιας σαφούς και σταθερής ιδεολογικής ταυτότητας πέρα από την παραδοσιακή και, ίσως παρωχημένη, αντίληψη περί σοσιαλισμού (ΕΔΕΚ), πέρα από τη θολή και καθαρά ηγεμονιστική αντίληψη για την ιδεολογία του κέντρου, που φαίνεται να αποτελεί απλώς άρνηση χωρίς θέσεις (ΔΗΚΟ), και πέρα από τα απροσδιόριστα μείγματα νεοφιλελευθερισμού και σοσιαλιστικού εκσυγχρονισμού (Ε.Δ.).

Η σαφήνεια της σοσιαλδημοκρατικής πρότασης έγκειται στην εξειδίκευση ενός πολιτικού προγράμματος που εγγυάται την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας μέσα από τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής του κράτους πρόνοιας και μέσα από τον επαναπροσδιορισμό, με κριτήρια κοινωνικής δικαιοσύνης, των παραγωγικών και εργασιακών σχέσεων. Χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση ο αναπτυξιακός ρόλος των ιδιωτικών επιχειρήσεων ούτε όμως και οι προϋποθέσεις λειτουργίας μιας κοινωνίας αλληλεγγύης, περιβαλλοντικής προστασίας, πλήρους απασχόλησης και ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού.

Κυρίαρχη για τον προσδιορισμό της σοσιαλδημοκρατικής πρότασης πρέπει να είναι η αντίληψή της για το ρόλο του σύγχρονου κράτους, τόσο απέναντι στην οικονομία όσο και απέναντι στην κοινωνία. Σήμερα αναζητούνται ανθεκτικότερα πρότυπα πολιτικής οργάνωσης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, με υπόβαθρο το κράτος πρόνοιας.

Η σύγχρονη, όμως, σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει μια διπλή πρόκληση:

Την κρίση της πολιτικής από τη μια και την πρόκληση που αντιπροσωπεύει η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας από την άλλη. Όμως, προβαίνει και στη διάγνωση ότι σημασία έχει, σήμερα, για την κοινή γνώμη όχι ποια πολιτική πρεσβεύει μια πολιτική κίνηση, αλλά το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να τη διαχειριστεί.

Είναι αλήθεια ότι η πολιτική επικράτηση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς απειλεί σήμερα να οδηγήσει στο αδιέξοδο μιας κοινωνίας αποκλεισμού μεγάλων τμημάτων του ενεργού πληθυσμού και στη δημιουργία ενός κοινωνικού περιβάλλοντος που οδηγεί στην απόγνωση της ανεργίας και στο χάος της εγκληματικότητας μεγάλες μερίδες, νέων κυρίως, ανθρώπων.

Η συνειδητοποίηση αυτών των εξελίξεων πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για τη δημιουργία ενός μεγάλου ρεύματος για τον εκσυγχρονισμό της κυπριακής κοινωνίας, οικονομίας και πολιτικής.

Καλείται στην ουσία ένα τέτοιο νέο ρεύμα να συνδυάσει αρμονικά τη σταθερότητα με την ανάπτυξη, με υπόβαθρο την κοινωνική δικαιοσύνη και με σαφήνεια πολιτικού λόγου, σοβαρότητα πολιτικής οργάνωσης, ικανότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, αποτελεσματικότητα στη διαχείριση της πολιτικής, ποιότητα στην εικόνα αλλά και δυναμισμό στη δράση.

Το κράτος δεν είναι υποχείριο των ανεξέλεγκτων οικονομικών συμφερόντων της ελεύθερης αγοράς. Δεν είναι, όμως, ούτε ο κεντρικός προγραμματιστής του συνόλου τωνοικονομικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Είναι ο εμψυχωτής και οργανωτής των ανταγωνιστικών δυνάμεων της κοινωνίας που επανασχεδιάζει και εκσυγχρονίζει το σύνολο των δομών, υπηρεσιών και λειτουργιών του, ώστε να αποτελούν παραγωγικούς μηχανισμούς υποστήριξης των ιδιωτικών, επιχειρηματικών και επαγγελματικών πρωτοβουλιών.

Είναι ο ρυθμιστής των όρων παραγωγής και ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος, με τρόπο που να επιτρέπει στις μεγάλες αναπτυξιακές επενδύσεις στις οικοδομές, στην παιδεία κυρίως, αλλά και στην υγεία, στην πρόνοια και στην άμυνα.

Σοσιαλδημοκρατική είναι, κυρίως, η αντίληψη που θέλει η διαχείριση του κράτους να μην αποτελεί αυτοσκοπό αναπαραγωγής στην εξουσία αλλά μέθοδο αξιοκρατικής στελέχωσης και ορθολογικής λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών.

Ο στόχος του εκσυγχρονισμού του κράτους και των πολιτικών θεσμών αποτελεί πρωταρχικό μέλημα της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής.

Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο θέτει το πρόβλημα του εκσυγχρονισμού του κράτους δε γίνεται με όρους ιδεολογικούς, πολιτικούς ή κοινωνικούς. Γίνεται με όρους επιχειρησιακούς, δηλαδή με όρους που επιτρέπουν την ανάλυση του σχεδίου για τον κοινωνικό μετασχηματισμό σε συγκεκριμένα προγράμματα, με συγκεκριμένους στόχους, μετρήσιμα αποτελέσματα και συντελεστές υλοποίησης που ικανοποιούν τα κριτήρια που ανέφερα ήδη.

Σοσιαλδημοκρατική είναι, επίσης, η αντίληψη που επανατοποθετεί τους όρους εξασφάλισης της κοινωνικής συμμετοχής, με τρόπο που καθιστά τον πολίτη και τα καθημερινά του προβλήματα επίκεντρο της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Αντί δηλαδή να τον αποξενώσει από τις διαδικασίες διαμόρφωσης των αποφάσεων, τον ενσωματώνει σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης διοίκησης και αυτοδιοίκησης, που του επιτρέπει ναορίζει ο ίδιος τις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις και να συμμετέχει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του. Δηλαδή περισσότερος λόγοςκαι περισσότερος σεβασμός προς τον πολίτη.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια που καλείται να συνδυάσει τη λογική της διεύρυνσης ενός κράτους πρόνοιας με τη λογική ενός κράτους εμψυχωτή του ανθρώπινου δυναμικού, που είναι και το μεγαλύτερο εθνικό μας κεφάλαιο.

Η μεγάλη πολιτική διαφορά της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας από τα άλλα πολιτικά κινήματα είναι, ακριβώς, ο καθορισμός μιας νέας σχέσης της πολιτικής με την κοινωνία. Η σχέση αυτή πρέπει να έχει ως περιεχόμενό της τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής μέσα από τη λειτουργία του κράτους πρόνοιας και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσα από την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Καταλήγω με κάποιες πρακτικές σκέψεις για το τι χρειάζεται για ένα νέο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα:

Μια κοινωνική μικρή επανάσταση, σαφές ιδεολογικό περιεχόμενο, πολιτικό πρόγραμμα,απαλλαγμένο από τη μονοδρομική τεχνική της εξουσίας ως αποκλειστικής του επιδίωξης, σαφές και σύγχρονο πρόγραμμα και στρατηγική για το Κυπριακό, άνθρωποι αποφασισμένοι και αφοσιωμένοι, που να ενστερνισθούν την ιδεολογία της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας και να τη μεταλαμπαδεύσουν σωστά στα διάφορα στρώματα της κοινωνίας, συλλογικότητα στην ηγεσία και ανοικτός διάλογος με την κοινωνία, δηλαδή εσωκομματική δημοκρατία, αξιοποίηση των καλύτερων και ικανότερων στελεχών, ανεξάρτητα από προσωπικές απόψεις, και εκμηδενισμός των προσωπικών διαφορών.

Το τελευταίο ισχύει πρώτιστα για τους σημερινούς ηγέτες των κεντρώων κομμάτων. Οι ίδιοι θα πρέπει να υπερβούν τις προσωπικές τους αντιπαλότητεςπου διαπλέκονται με την πολιτική τις τελευταίες δεκαετίες. Ή, αν αυτό είναι αδύνατο, θα πρέπει να διαγνώσουν αυτή την αδυναμία και να εμπιστευθούν την ιδέα της νέας σοσιαλδημοκρατικής κίνησης, αφού την ενστερνισθούν χωρίς επιφυλάξεις, σε ομάδες άλλων στελεχών από όλα τα κεντρώα κόμματα που δε βαρύνονται με συγκρουσιακό παρελθόν.

Το ερώτημα παραμένει: Είναι δυνατό το εγχείρημα; Η απάντησή μου είναι ΝΑΙ..