|
Οι
ημικρατικοί οργανισμοί ιδρύθηκαν, για να βοηθήσουν την
ανάπτυξη μέρους των συστημάτων υποδομής, συμβάλλοντας
στην οικονομική ανάπτυξη μέσω του κρατικού
προγραμματισμού. Διαχειρίζονται την παροχή ουσιωδών
υπηρεσιών, όπως οι Τηλεπικοινωνίες, η παροχή
ηλεκτρικής ενέργειας, η ανάπτυξη και διαχείριση των
λιμανιών κ.λπ. Η παρέμβαση του κράτους μέσω των
ημικρατικών οργανισμών γινόταν για προστασία του
καταναλωτή, εξασφαλίζοντας ότι στρατηγικοί τομείς της
οικονομίας δε θα ελέγχοντο από ιδιωτικά μονοπώλια για
λόγους κοινωνικούς και οικονομικούς. Μέχρι πριν λίγα
χρόνια, ήταν γενικά αποδεκτό ότι αποτελούσαν "φυσικά
μονοπώλια".
Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και οι θεσμικές
ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για δημιουργία της
ενιαίας αγοράς, αμφισβητούν το υφιστάμενο βολικό
μοντέλο, που λειτούργησε γενικά ικανοποιητικά, προς
όφελος της κοινωνίας και οικονομίας του τόπου. Οι νέες
συνθήκες απαιτούν ριζικά μέτρα για εκσυγχρονισμό και
γενικό επανασχεδιασμό του μοντέλου της οικονομίας,
αλλά ειδικότερα του τομέα υπηρεσιών που καλύπτουν οι
ημικρατικοί οργανισμοί. Σήμερα, απαιτείται από αυτούς
να επιβιώσουν υπό ανταγωνιστικές συνθήκες, που
επιβάλλονται από την παγκοσμιοποίηση της αγοράς αλλά
και των νέων ανθρώπινων προσδοκιών και συμπεριφορών.
Υπάρχει η απαίτηση για ψηλή παραγωγικότητα και
ποιότητα υπηρεσιών στο χαμηλότερο δυνατό κόστος και
επιπλέον η ανάγκη για κερδοφορία.
Ιδιαίτερα έντονη και επείγουσα είναι η ελευθεροποίηση
των τηλεπικοινωνιών που καθιστά κατεπείγουσα τη λήψη
ριζικών μέτρων για εκσυγχρονισμό της Αρχής
Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, που σε μερικά χρόνια δε θα
είναι πια "Αρχή" αλλά ένας Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών
που θα προσφέρει υπηρεσίες σε μια ελευθεροποιημένη
αγορά, σε ανταγωνισμό με κάποιες άλλες ντόπιες ή ξένες
επιχειρήσεις.
Η κατάργηση των μονοπωλίων είναι απαίτηση και
προϋπόθεση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την
ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για συμμόρφωση με το
ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η πρόκληση για την κυπριακή κοινωνία υπάρχει. Η
απαίτηση για θεσμικές συστηματικές μεταρρυθμίσεις στο
οικονομικό και οργανωτικό μοντέλο, που σήμερα κρίνεται
ανεπαρκές, υπάρχει.
Δυστυχώς, μέχρι σήμερα η πολιτεία, το πολιτικό σύστημα,
οι κοινωνικοί εταίροι δεν έδωσαν το εναλλακτικό όραμα
για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Κανένας δεν τολμά να
πάρει το αναμενόμενο "πολιτικό κόστος".
Ο ΟΠΕΚ, ως όμιλος προβληματισμού για τον εκσυγχρονισμό
της κοινωνίας, τολμά να θέσει το θέμα με πολιτικούς
όρους. Συμβάλλουμε, με τη σημερινή συζήτηση, σε ένα
διάλογο για θέματα που συζητιούνται, είναι επίκαιρα,
αλλά όλοι αναμένουμε την επίλυσή τους από κάποιους
άλλους. Πιθανώς από την εκάστοτε επόμενη κυβέρνηση. Οι
κυβερνήσεις δεν εκλέγονται, για να αναλύουν δυσκολίες,
αλλά για να κάνουν έργα. Εκεί κρίνονται.
Η εμπειρία του ΟΤΕ που καταθέτει ο πρόεδρος του
Διοικητικού Συμβουλίου, κ. Δ. Παπούλιας, είναι
πολύτιμη εμπειρία και νέα γνώση για τον τρόπο που
αντιμετωπίστηκαν παρόμοια θέματα στην Ελλάδα, ειδικά
όσον αφορά τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, που είναι
σήμερα ο πλέον ανταγωνιστικός της αγοράς.
Οι κοινωνικοί εταίροι (κυβέρνηση, συντεχνίες,
πολιτικοί φορείς) αρέσκονται να μιλούν με ανώδυνες
γενικότητες, αναβάλλοντας τα θέματα αιχμής, επειδή
κρίνεται ότι υπάρχει ακόμη χρόνος. Είναι αναγκαίο οι
πολιτικοί φορείς, τα κόμματα να καθορίσουν πολιτική,
να διατυπώσουν άποψη για εξειδικευμένα θέματα, όπως με
ποιο τρόπο δημιουργείται μια ανταγωνιστική οικονομία,
προτάσεις για εκσυγχρονισμό της οικονομίας και της
συνεπακόλουθης κοινωνικής συμπεριφοράς. Είναι
σημαντική και απαραίτητη η ρήξη με πρακτικές που
οδηγούν την οικονομία σε αδιέξοδο. Υπονόμευση της
οικονομίας δεν επηρεάζει μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση
αλλά την κοινωνία σαν σύνολο.
Η παγκόσμια κοινωνία έχει καταλήξει στα μοντέλα
μετεξέλιξης των δημόσιωνεπιχειρήσεων με μερική ή πλήρη
ιδιωτικοποίηση ή πλήρη αυτονομία τους, με νέους
τρόπους διεύθυνσης και την εφαρμογή νέων μεθοδολογιών
επανασχεδιασμού των δραστηριοτήτων τους.
Σκοπός της σημερινής τοποθέτησης δεν είναι να
προπαγανδίσει για τη "μηχανιστική" εισαγωγή ξένων
προτύπων, αλλά να προτείνει ότι ήλθε η ώρα για ένα
δημόσιο κοινωνικό διάλογο που να επιδιώξει τη σύγκλιση
γύρω από ένα νέο οικονομικό μοντέλο, το οποίο να
οδηγήσει την κυπριακή οικονομία και κοινωνία στον 21ο
αιώνα. Κάθε οργανισμός πρέπει να μελετήσει σοβαρά το
άμεσο μέλλον και να προτείνει το πρόγραμμα δράσης του
που να δίνει λύσεις μεσοπρόθεσμα. Κάθε πρόταση θα
κριθεί από την κοινωνία, από κάθε πολίτη χωριστά και
τους οργανωμένους φορείς του, όπως εκφράζονται μέσα
από τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, και θα
οριστικοποιηθεί.
Η συζήτηση βοηθά στη συνειδητοποίηση, από τους
παράγοντες που διαμορφώνουν πολιτική,ότι η εξουσία
μεταφέρει και ευθύνες στους υπευθύνους, οι οποίοι
οφείλουν να διαχειρίζονται τα προβλήματα και θέματα
της κοινωνίας και οικονομίας έγκαιρα και με
αποφασιστικότητα. Οι "μισές" λύσεις συντηρούν και
μεγιστοποιούν κρίσεις χωρίς στο τέλος να υπάρχει
ικανοποιητικός χρόνος προσαρμογής. Επειδή η νέα τάξη
πραγμάτων που επιβάλλεται στην κοινωνία μας ξεφεύγει
από τον τρόπο που μάθαμε, είναι σημαντικό να γίνει
συνείδηση ότι η κύρια ευθύνη της κυβέρνησης είναι να
ενημερώσει έγκαιρα την κοινωνία, να εκλαϊκεύσει τα
θέματα και το βασικότερο να πείθει για τις προθέσεις
της.
Κανένας σοβαρός πολίτης αυτού του τόπου δεν επιθυμεί
να αντιμετωπίζονται τα θέματα των ημικρατικών
οργανισμών με καθαρά "οικονομίστικα" κριτήρια. Η
Κύπρος είναι μικρή, οι ημικρατικοί οργανισμού
διαχειρίζονται στρατηγικούς τομείς της οικονομίας μας
και έχουν έναν κοινωνικό ρόλο να διαδραματίσουν.
Επιδίωξη πρέπει να είναι η διατήρηση του κοινωνικού
ρόλου ή των κοινωνικών υπηρεσιών που προσφέρουν, μέσα
στα πλαίσια των νέων όρων της ανταγωνιστικής αγοράς.
Δεν μπορεί να υπάρχει π.χ. δεύτερος ιδιωτικός
τηλεπικοινωνιακός οργανισμός που να έχει άδεια και
υποχρέωση παροχής υπηρεσίας μόνο στις πόλεις και το
κόστος για την αντιοικονομική παροχή τηλεπικοινωνιακής
υπηρεσίας στα χωριά να επωμίζεται μόνο η ΑΤΗΚ. Αυτό θα
ήταν αθέμιτος ανταγωνισμός. Παρόμοιο παράδειγμα προς
απόρριψη η χαριστική ανάθεση στην Ελλάδα δύο αδειών
κινητής τηλεφωνίας GSM σε ιδιώτες, απαγορεύοντας
ταυτόχρονα στον ΟΤΕ να συμμετέχει.
Το κλειδί του εκσυγχρονισμού των ημικρατικών
οργανισμών βρίσκεται στη συναντίληψη τωνπολιτικών
δυνάμεων που πρέπει να εξευρεθεί, με συναίνεση και
σαφήνεια, με την ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων,
που και εκείνοι πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Η απραξία και η αναβολή αντιμετώπισης των προβλημάτων
είναι πολύ επικίνδυνη για το προσωπικό ενός
ημικρατικού οργανισμού παρά η έγκαιρη λήψη των
αποφάσεων και υλοποίηση των αλλαγών σε ένα αυστηρό
αλλά εφικτό χρονοδιάγραμμα. Μόνο η βιωσιμότητα των
οργανισμών εξασφαλίζει θέσεις εργασίας μακροπρόθεσμα.
Οι ημικρατικοί οργανισμοί και ο ευρύτερος δημόσιος
τομέας, σύμφωνα με στατιστικές, εργοδοτεί περίπου 60%
των πτυχιούχων της Κύπρου. Το ανθρώπινο δυναμικό κάθε
οργανισμού είναι το μεγαλύτερο "κεφάλαιό" του.
Συνθήκες λειτουργίας που υποβοηθούν τη δημιουργικότητα
προσθέτουν υπεραξία σε κάθε οργανισμό .
Οι κοινωνικοί εταίροι, πέρα από κομματικές
αντιπαραθέσεις, καλούνται να συμφωνήσουν τις
στρατηγικές αρχές μετασχηματισμού των ημικρατικών
οργανισμών σε σύγχρονες δημόσιες επιχειρήσεις,
προχωρώντας σε μεταρρυθμίσεις, με οργανωμένο και
συστηματικό τρόπο, όπου απαιτείται και στο βαθμό που
απαιτείται. Ταυτόχρονα, στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να
εντοπιστούν και συμφωνηθούν οι τομείς όπου το κράτος
πρέπει να συμμετέχει, έστω και για ένα χρονικό
διάστημα, σε τομείς που χρειάζεται μεγάλη
κεφαλαιουχική δαπάνη με μικρή κερδοφορία, όπως οι
δημόσιες συγκοινωνίες.
Η μεταρρύθμιση είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, διότι η
φύση των σχέσεων των εμπλεκόμενων κοινωνικών εταίρων
είναι πολύπλοκη, ιδιαίτερα του συνδικαλιστικού
κινήματος, με τα διάφορα κόμματα και τα εσωτερικά
κατεστημένα σε κάθε οργανισμό που έχουν τα δικά τους
συμφέροντα. Δεν μπορούμε, σήμερα, ο καθένας μόνος του
να διαπιστώνει την ανάγκη αλλαγών στον οργανισμό που
εργάζεται, αλλά ως συγκροτημένο σύνολο, ως συντεχνία,
να αποφεύγουμε να δούμε τα θέματα ουσίας. Η
υπευθυνότητα και διορατικότητα του συνδικαλιστικού
κινήματος διασφαλίζει θέσεις εργασίας. Το
συνδικαλιστικό κίνημα έχει την πρόκληση να
πρωτοπορήσει, τόσο σε νέες ιδέες, προσαρμοσμένες στην
κυπριακή πραγματικότητα, όσο και για προτάσεις
ξηλώματος των κατεστημένων που συνήθως ταλαιπωρούν
τους οργανισμούς.
Ο εκσυγχρονισμός των ημικρατικών οργανισμών πρέπει να
αντιμετωπίζεται όχι ως απλή αναθεώρηση του νομικού
καθεστώτος όπου κριθεί αναγκαίο, αλλά ως πλήρης
διαφοροποίηση της νοοτροπίας που υπάρχει προς το
σύγχρονο με νέες αντιλήψεις. Ο σεβασμός του πελάτη
πρέπει να αντικαταστήσει τη γραφειοκρατία, η
δημιουργικότητα να αντικαταστήσει την ευθυνοφοβία και
ο πλουραλισμός απόψεων να αντικαταστήσει την κολακεία.
Όταν ο Ισραήλ πιάστηκε στον ύπνο από τους Άραβες στον
πόλεμο του Yom Kippur, συστάθηκε η Επιτροπή
AGRANAT,για να διαπιστώσει τους λόγουςπου δεν υπήρξε
προειδοποίηση για την επίθεση από τις υπηρεσίες
πληροφοριών του. Βασική διαπίστωση ήταν ότι "δεν
υπήρξε πλουραλισμός απόψεων στην ανάλυση των
πληροφοριών, ότι οι υπηρεσιακοί παράγοντες ήταν "yes
men", που έλεγαν στους υπουργούς τι ήθελαν να ακούσουν".
Είναι κοινό μυστικό ότι αυτή η νοοτροπία ευδοκιμεί
πλήρως τόσο στη δημόσια υπηρεσία όσο και στους
ημικρατικούς οργανισμούς.
Καταλήγω, τονίζοντας ότι το κλειδί της επιτυχίας του
εγχειρήματος του εκσυγχρονισμού των ημικρατικών
οργανισμών είναι διαδικασίες που εξασφαλίζουν την
εμπιστοσύνη και αποδοχή της κοινωνίας, με πειστικά
θεσμικά μέτρα, ώστε ο κάθε οργανισμός να εκπληρώνει
την αποστολή του χωρίς παρεμβάσεις στη λειτουργία, που
είναι εφικτό μόνο όταν δε θα επιτρέπεται να λειτουργεί
ως μηχανισμός εξυπηρέτησης κομματικής πελατείας για
κανένα. Η κατάλληλη μορφή οργάνωσης για κάθε οργανισμό
να επιλεγεί έγκαιρα, ώστε οργανισμοί που δεν είναι να
γίνουν βιώσιμοι και εκείνοι που έχουν οικονομική
ευρωστία να τη διατηρήσουν και να την επεκτείνουν. Η
διαφάνεια και η συναίνεση είναι αναγκαία προϋπόθεση
κάθε δημοκρατικής κοινωνίας, αλλά, αν δεν επιτευχθεί,ο
κεντρικός στόχος παραμένει η εξασφάλιση της
βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας του οργανισμού.
Η πρόκληση της αλλαγής δεν είναι εύκολη, δύσκολα ο
καθένας μας αλλάζει εθελοντικά τον τρόπο δουλειάς ή
τις συνήθειές του. Οι δυνατότητες, όμως, υπάρχουν,
ώστε να προστατεύσουμε το κοινό σπίτι μας με μελέτη,
σοβαρότητα και προγραμματισμό, έχοντας πάντα σε πρώτη
γραμμή τις κοινωνικές ευαισθησίες του λαού μας.
|