O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδόσεις :: 16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό.

16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό

Για μια σύγχρονη Οικονομική Πολιτική

Πάνος Πασιαρδής

Εισαγωγή


Ο τίτλος της ομιλίας μου είναι πολύ γενικός και ουσιαστικά εκφράζεται καλύτερα ως το ερώτημα "ποιος πρέπει να είναι και πώς πρέπει να εκδηλώνεται ο ρόλος του κράτους σε μια σύγχρονη οικονομία;". Ασφαλώς πρόκειται για ένα ανεξάντλητο θέμα που απασχολεί τους οικονομολόγους εδώ και εκατονταετίες, διότι η κοινωνία συνεχώς εξελίσσεται και πάντοτε χρειάζεται η αναζήτηση του εκσυγχρονισμού. Μια κοινωνία που δεν τρέχει, τουλάχιστον, στο ρυθμό του χρόνου, όσο ισχυρή και αν είναι, θα καταρρεύσει στο πέρασμά του. Η πρώην Σοβιετική Ένωση είναι ένα πρόσφατο από τα πολλά παραδείγματα που μας διδάσκει η ιστορία.

Οι στόχοι της οικονομικής πολιτικής ενός κράτους υλοποιούνται στα πλαίσια και στο βαθμό που επιτρέπουν οι περιορισμοί που επιβάλλει το τοπικό και το διεθνέςπεριβάλλον! Από μία άποψη, εκσυγχρονισμός της οικονομικής πολιτικής σημαίνει να διαφοροποιούνται τα μέσα επίτευξης των οικονομικών στόχων με το ρυθμό που διαφοροποιείται το τοπικό και διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Στην περίπτωση της Κύπρου, η οικονομική πολιτική φαίνεται ότι όντως χρειάζεται εκσυγχρονισμό, διότι η θεαματική ανάπτυξη, που είχαμε κάτω από τον προστατευτισμό των τελευταίων δύο δεκαετιών, έχει δημιουργήσει αγκυλώσεις που ίσως δύσκολα θα ξεπεραστούν.

Η πρόκληση για την Κύπρο δεν είναι μόνο πώς θα εξαλείψει τις αγκυλώσεις στην οικονομία της, για να εναρμονιστεί με την Ευρώπη και τη διεθνή οικονομία. Η πρόκληση είναι, όταν εναρμονιστεί και διεθνοποιηθεί, να έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Είναι σε θέση η μικρή οικονομία της Κύπρου να αντιμετωπίσει τις πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού και πώς θα προστατευθεί από την οικονομική αστάθεια που είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό της διεθνοποίησης;

Θα έλεγε κανείς ότι μέχρι τώρα οι ασκούντες οικονομική πολιτική στην Κύπρο είχαν ένα σχετικά εύκολο έργο, διότι είχαν την πολυτέλεια να δίνουν πολιτικές λύσεις σε οικονομικά προβλήματα. Αν ένας τομέας αντιμετώπιζε πρόβλημα ανταγωνισμού, παλαιότερα η "λύση" ήταν η επιβολή δασμών σε ξένα προϊόντα. Τώρα, που οι δασμοί καταργούνται, η "λύση" είναι οι κρατικές χορηγίες. Αυτές βέβαια είναι πολιτικές και όχι οικονομικές λύσεις, διότι δε θεραπεύουν το οικονομικό πρόβλημα που είναι η αναποτελεσματικότητα του τομέα. Σήμερα η ευρωπαϊκή και διεθνής οικονομική κοινότητα δεν επιτρέπουν πολιτικές λύσεις σε οικονομικά προβλήματα και, χωρίς ανανεωμένη οικονομική πολιτική, η Κύπρος θα βρεθεί στο διεθνή στίβο εκτεθειμένη.

Χρειάζεται, λοιπόν, εκσυγχρονισμό η οικονομική πολιτική στην Κύπρο, με γνώμονα την προσαρμογή στις ανάγκες που προκύπτουν από την εναρμόνιση με την Ευρώπη και, γενικότερα, τη διεθνοποίηση της οικονομίας. Επειδή πιστεύω ότι έχετε όλοι βαρεθεί να ακούετε συνεχώς να εκθειάζεται ο εκσυγχρονισμός, χωρίς να γίνεται ουσιαστικά λόγος για το περιεχόμενό του, θα επιχειρήσω στο σύντομο χρόνο της ομιλίας μου να δώσω μερικά παραδείγματα για το τι νομίζω ότι χρειάζεται να γίνει στους τρεις βασικούς άξονες της οικονομική πολιτικής: Τα δημοσιονομικά, τη βιομηχανική πολιτική και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.



Δημοσιονομική πολιτική


Όσον αφορά τα δημοσιονομικά της Κύπρου σήμερα, όλοι γνωρίζουμε ότι ποιοι φόροι θα επιβληθούν, ποια κοινωνικά ωφελήματα θα δοθούν και τι κρατικές δαπάνες θα γίνουν δεν καθορίζονται, με γνώμονα το μακροχρόνιο οικονομικό όφελος όλων αλλά τα κομματικά και άλλα πολιτικά συμφέροντα. Συσσωρευμένες αστάθμητες και ευκαιριακές πολιτικές αποφάσεις δημιούργησαν έναν κρατικό προϋπολογισμό (i) χωρίς τα απαραίτητα στοιχεία οικονομικού ελέγχου, με αποτέλεσμα τα ελλείμματα να διερύνονται ανεξέλεγκτα, και (ii) χωρίς λειτουργικότητα, με αποτέλεσμα η άσκηση σταθεροποίησης και αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής μέσω του κρατικού προϋπολογισμού να γίνεται συνεχώς πιο δύσκολη.

Πιστεύω ότι χρειάζεται ριζική αναθεώρηση του τρόπου κατάρτισης και εφαρμογής του κρατικού προϋπολογισμού, ώστε αυτός να ακολουθεί τις βασικές αρχές της δημοσιονομικής πολιτικής,τόσο στον τομέα των δημόσιων δαπανών όσο και στον τομέα των κρατικών εσόδων. Οι αρχές αυτές υπαγορεύουν ότι κάθε φόρος και κάθε δημόσια δαπάνη γίνονται με γνώμονα την οικονομική αποτελεσματικότητα. Αν χρειάζεται να γίνουν για σκοπούς κοινωνικής δικαιοσύνης, τότε πρέπει να επιλέγεται εκείνος ο φόρος ή εκείνη η κρατική δαπάνη που δεν επηρεάζει ή επηρεάζει στον ελάχιστο βαθμό την οικονομική αποτελεσματικότητα. Όπου δεν εφαρμόζεται ο κανόνας αυτός το κράτος δημιουργεί στρεβλώσεις και αγκυλώσεις, με οικονομικά ανεπιθύμητα αποτελέσματα.

Όπως γνωρίζετε, το κράτος χρησιμοποιεί έσοδα από τους φόρους, για να προσφέρει στον πολίτη δημόσια αγαθά και υπηρεσίες που (για λόγους που δεν έχουμε το χρόνο να εξηγήσουμε τώρα) δεν είναι δυνατό ή σκόπιμο να αγοράσει από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τέτοια αγαθά και υπηρεσίες είναι η άμυνα και η ασφάλεια, η δημόσια διοίκηση και τα δημόσια έργα, η δικαιοσύνη, η παιδεία, η υγεία, η προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ. Το όφελος από την κατανάλωση των δημόσιων αυτών αγαθών και υπηρεσιών είναι μέρος της οικονομικής ευημερίας του πολίτη, όπως είναι ακριβώς και τα αγαθά και υπηρεσίες που ο πολίτης αγοράζει ιδιωτικά στην ελεύθερη αγορά. Με απλά λόγια, ο κρατικός προϋπολογισμός είναι ένας τρόπος με τον οποίο το κράτος ξοδεύει το εισόδημα του πολίτη για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, που δεν είναι δυνατό ή σκόπιμο να αγοράσει ο ίδιος. Με ακόμη πιο απλά λόγια, στην Κύπρο από κάθε λίρα που κερδίζει ο μέσος πολίτης τα 45 σεντ περίπου τα ξοδεύει το κράτος για λογαριασμό του.

Αυτή η θεώρηση του κρατικού προϋπολογισμού, ως μέσου αγοράς δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών από τον πολίτη, είναι χρήσιμη, διότι καταδεικνύει ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος της κυβέρνησης. Τα κυβερνητικά τμήματα δεν έχουν ανταγωνιστές, επομένως δεν έχουν κίνητρο να ελαστικοποιήσουν το κόστος τους και να μεγιστοποιήσουν το προϊόν τους. Αυτά τα κίνητρα χρειάζεται να τα θεσπίσει η ίδια η πολιτεία. Στονπροϋπολογισμό του το κάθε κρατικό τμήμα πρέπει να δίνει με λεπτομέρεια το κόστος ανά μονάδα προϊόντος και υπηρεσίας που προσφέρει. Αυτό θα επιτρέπει την απαιτούμενη διαφάνεια και θα παρέχει πληροφορίες στην κυβέρνηση για την παραγωγικότητα των κρατικών τμημάτων και θα καταδεικνύει τομείς όπου χρειάζεται λήψη μέτρων για περιορισμό της σπατάλης. Επίσης, στη διαδικασία αξιολόγησης των κρατικών τμημάτων πρέπει να συμμετέχει ο πολίτης με ερωτηματολόγιακαι άλλου είδους έρευνα που θα του επιτρέπει να εκφέρει γνώμη ως ο καταναλωτής των κρατικών προϊόντων και υπηρεσιών. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, η κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να εξετάζει και να λύει διαρθρωτικά και άλλα προβλήματα της δημόσιας υπηρεσίας σε συνεχή βάση. Επίσης, με αυτό το σύστημα η αμοιβή των κρατικών υπαλλήλων θα συνδεθεί με την παραγωγικότητά τους και θα δημιουργηθούν τα σωστά κίνητρα, για να εκλείψει η αναξιοκρατία και το ρουσφέτι.

Ένα άλλο βασικό πρόβλημα, που μαστίζει τον κρατικό προϋπολογισμό σήμερα, είναι η φοροδιαφυγή. Δεν είναι απλώς άδικη αλλά και επιζήμια για την οικονομία, διότι διοχετεύει παραγωγικούς πόρους σε μη αποτελεσματικές οικονομικές δραστηριότητες. Είναι ιδιαίτερα σοβαρό το πρόβλημα στην Κύπρο και χρειάζονται δραστικά μέτρα όπως η τεκμαρτή φορολογία, δηλαδή όποιος έχει πολυτελές αυτοκίνητο, πολυτελή οικία, οικιακή βοηθό, κότερο και άλλα παρόμοια στοιχεία, που τεκμηριώνουν υψηλό εισόδημα, θα θεωρείται ότι έχει ένα ελάχιστο εισόδημα (π.χ. δέκα ή είκοσι χιλιάδες το χρόνο, ανάλογα με τα τεκμήρια που υπάρχουν), έστω και αν ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το εισόδημά του είναι χαμηλότερο. Με την πάταξη της φοροδιαφυγής θα διευρυνθεί η φορολογική βάση, θα αυξηθούν τα κρατικά έσοδα και θα υπάρχουν περιθώρια μείωσης του βάρους που επωμίζονται οι ήδη φορολογούμενοι.

Η προσθήκη ΦΠΑ στην κατανάλωση και η παράλληλη μείωση των εισαγωγικών δασμών είναι μέρος των προσπαθειών για εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναμένεται ότι αργά ή γρήγορα ο ΦΠΑ θα αυξηθεί στο 15%, που είναι ο ελάχιστος στην Ευρώπη, ενώ οι δασμοί στα προϊόντα που εισάγονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν μειωθεί δραστικά και από το 1998 καταργούνται πλήρως. Σύμφωνα με έρευνες, οι αλλαγές αυτές πλήττουν περισσότερο τις φτωχότερες εισοδηματικές τάξεις, ιδιαίτερα τους συνταξιούχους. Πιστεύω ότι, παράλληλα με τα μέτρα για εναρμόνιση της έμμεσης φορολογίας, έπρεπε ήδη να είχαν δοθεί αντισταθμιστικές αυξήσεις στις βασικές συντάξεις και σε άλλα επιδόματα, διότι ο εκσυγχρονισμός αυτού του τομέα επηρεάζει περισσότερο τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις.

Το σύστημα κρατικών εσόδων γενικότερα χρειάζεται συνεχή εκσυγχρονισμό, ώστε αυτό να εξυπηρετεί και όχι να περιορίζει την οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική δικαιοσύνη. Στην Κύπρο οι φόροι δε σχεδιάζονται με τα σωστά κριτήρια, διαφορετικά δεν καταλαβαίνω γιατί χρηματοδοτούμε την άμυνά μας με εισφορές αντί κανονική φορολογία. Οι εργοδοτικές εισφορές είναι ουσιαστικά φόρος στην απασχόληση και βαρύνει μόνο τα κυπριακά προϊόντα. Ίσως επί του παρόντος να μην έχουμε πρόβλημα ανεργίας και η αρνητική επίδραση στην απασχόληση να μην είναι πρόβλημα, όμως δεν επιδέχεται δικαιολογία το ότι βαρύνει μόνο τα κυπριακά προϊόντα. Από άποψης οικονομικής αποτελεσματικότητας, ένας ορθότερος τρόπος κάλυψης των δαπανών για την άμυνα είναι η αύξηση του ΦΠΑ και παράλληλη αύξηση των συντάξεων, των κοινωνικών παροχών και του ορίου φορολογητέου εισοδήματος, ώστε να μην επωμιστούν το βάρος της φορολογίας τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα.

Είναι επίσης βασικό λειτούργημα του φορολογικού συστήματος να προστατεύει και να βελτιώνει όχι μόνο το οικονομικό αλλά και το φυσικό περιβάλλον, διότι αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει χωρίς κρατική παρέμβαση. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να μειωθεί ο φόρος στην αμόλυβδη βενζίνη και να αυξηθεί ο φόρος στη βενζίνη με μόλυβδο, ώστε να έχει οικονομικό κίνητρο ο καταναλωτής να χρησιμοποιεί αμόλυβδη βενζίνη. Επίσης πρέπει να φορολογούνται οι χαλαρώσεις και παρεκκλίσεις που είναι σκόπιμες, για οικονομικούς λόγους, όμως έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και δημιουργούν μονοπώλια. Ας μην ξεχνούμε ότι η αξία της παρέκκλισης είναι ακριβώς το μονοπωλιακό προνόμιο που παρέχει και ουσιαστικά πρέπει να φορολογείται όπως κάθε μονοπωλιακή επιχείρηση, όχι μόνο για λόγους δικαιοσύνης αλλά και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας, δηλαδή να διορθώνεται η ζημιά που προκαλεί η δημιουργία μονοπωλίου στο κοινωνικό σύνολο.



Χρηματο-οικονομική πολιτική


Η ανάγκη ελευθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι η σοβαρότερη ίσως οικονομική πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η Κύπρος στην ευρωπαϊκή της πορεία. Όπως και στην περίπτωση των αποκρατικοποιήσεων έτσι και εδώ δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί τα ημίμετρα ίσως είναι χειρότερα από την πλήρη ελευθεροποίηση. Οι εμπορικές τράπεζες και η Κεντρική Τράπεζα απαιτούν την κατάργηση του ανώτατου ορίου του 9% στο επιτόκιο δανεισμού και υποστηρίζουν τον έλεγχο των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Μια τέτοια εξέλιξη, χωρίς ταυτόχρονη ελευθεροποίηση και διεθνοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θα αφήσει τον Κύπριο πολίτη έρμαιο των τραπεζών, φόβος που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα επιτόκια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα παρά το χαμηλό πληθωρισμό, την κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και τη μειωμένη ζήτηση δανείων.

Πρέπει, ταυτόχρονα, να γίνει σαφές ότι η ελευθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι αναπόφευκτη, αν θέλουμε να ενταχθούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ίσως να είναι και επιθυμητή, διότι ένα αναπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι θετικός παράγοντας στην οικονομική ανάπτυξη. Για τους λόγους αυτούς πιστεύω ότι πρέπει να υιοθετηθεί μία οικονομική πολιτική που θα αποβλέπει στην ελευθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όμως αυτή να γίνει σε στάδια και να ληφθούν μέτρα που να διασφαλίζουν ανταγωνιστικότητα.


Στο πρώτο στάδιο πρέπει να καταργηθεί το ανώτατο όριο στο επιτόκιο και να ανατεθεί ο καθορισμός του επιτοκίου στην Κεντρική Τράπεζα, η οποία ταυτόχρονα θα προωθεί μέτρα για τη δημιουργία μιας υγιούς ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς χρήματος (δημιουργία νέων τραπεζών, ανάπτυξη του χρηματιστηρίου κ.λπ.). Να δημιουργηθεί επίσης ειδική επιτροπή που θα επιβλέπει τη λειτουργία της αγοράς χρήματος και να υποβάλλει εκθέσεις και εισηγήσεις στη Βουλή.
Στο δεύτερο στάδιο η Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα συμπεριφέρεται ως επιβλέπουσα αρχή και όχι ως συνήγορος των εμπορικών τραπεζών, θα αναλάβει τη ρύθμιση του επιτοκίου με νομισματική πολιτική, δηλαδή αυξομειώσεις στην προσφορά χρήματος, με αγοραπωλησίες ομολόγων. Όμως, όσο διαρκεί το αβέβαιο πολιτικό καθεστώς, δεν πρέπει να επιτραπεί η πλήρως ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και διακύμανση της κυπριακής λίρας στην αγορά συναλλάγματος.
Η πλήρης ελευθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα γίνει, αν και όταν εκλείψουν οι κίνδυνοι που δημιουργεί η πολιτική αβεβαιότητα. Νοουμένου ότι θα προωθηθεί πλήρης εναρμόνιση του νομικού και δημοσιονομικού συστήματος με αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελευθεροποίηση της αγοράς συναλλάγματος θα μπορεί να γίνει αμέσως μετά την ένταξη. Προηγουμένως δυνατό να υιοθετηθεί μια χαλάρωση των περιορισμών, η οποία όμως, αν χρειαστεί, θα μπορεί να ανασταλεί χωρίς οικονομικά προβλήματα.

Για να δημιουργηθεί εσωτερικός ανταγωνισμός προς όφελος του καταναλωτή, τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να ενισχυθούν σε βαθμό που να εξελιχθούν σε σύγχρονες τράπεζες. Για το σκοπό αυτό ίσως χρειαστεί να ενωθούν σε μεγαλύτερους οργανισμούς και να υπαχθούν στον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης, ο ρόλος του χρηματιστηρίου πρέπει να ενισχυθεί για να μπορεί να λειτουργήσει ένα ελεύθερο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το χρηματιστήριο είναι επίσης χρήσιμο, διότι η δημοσιοποίηση μιας εταιρείας ευνοεί την ίδια, γιατί της εξασφαλίζει κεφάλαια για επέκταση. Βοηθά επίσης την οικονομία, διότι διευρύνει τη συμμετοχή των πολιτών στην ιδιοκτησία και περιορίζει τη φοροδιαφυγή.

Όλες οι απόψεις και εισηγήσεις μου στηρίζονται στη λογική της οικονομικής θεωρίας και νοουμένου ότι θα εφαρμοστούν σωστά δεν μπορεί παρά να έχουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Όμως, η οικονομική θεωρία υποθέτει ότι συμπεριφερόμαστε ορθολογικά, ότι δηλαδή έχουμε συγκεκριμένους στόχους και επιδιώκουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για ολόκληρη την κοινωνία χωρίς δόλο και χωρίς παραπληροφόρηση.

Μια σύγχρονη οικονομική πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε κοινωνίες όπου οι στόχοι δεν είναι σαφείς και οι πολιτικοί της θέτουν το ατομικό, κομματικό ή ταξικό συμφέρον υπεράνω του κοινωνικού. Σε τέτοιες κοινωνίες, για παράδειγμα, οι ελευθεροποιήσεις που εισηγείται η οικονομική θεωρία εφαρμόζονται επιλεκτικά όχι για προώθηση του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά για να δώσουν την ευκαιρία σε μία ομάδα να κερδίσει σε βάρος άλλων ομάδων.

Ως επίλογο της ομιλίας μου θέλω ακριβώς να δώσω το μήνυμα ότι, αν η κυπριακή κοινωνία πραγματικά επιθυμεί μια σύγχρονη οικονομική πολιτική που θα της επιτρέψει να ανταγωνιστεί στο διεθνή στίβο, με ελπίδες να αυξήσει την οικονομική ευημερία της, τότε ο εκσυγχρονισμός πρέπει να ξεκινήσει από το πολιτικό επίπεδο. Όσο καιρό διαρκεί το σημερινό πολιτικό σκηνικό, δε βλέπω να γίνεται αξιόλογη πρόοδος στον εκσυγχρονισμό της οικονομικής πολιτικής.