O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδόσεις :: 16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό.

16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό

Το κοινωνικό περιεχόμενο του εκσυγχρονισμού

Βασίλης Βουτσάκης

Όταν το 1989 κυκλοφορούσε το βιβλίο του τότε βουλευτή και νυν πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη με τον τίτλο «Ανάπτυξη και Εκσυγχρονισμός της Ελληνικής Κοινωνίας», λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι, μόλις μερικά χρόνια μετά, ο όρος “εκσυγχρονισμός” θα σηματοδοτούσε μια εποχή, θα οριοθετούσε πολιτικά - και όχι μόνο κομματικά - στρατόπεδα και θα χρωμάτιζε τις αφετηριακές αντιλήψεις που πάνω τους κτίζονται πολιτικά προγράμματα και αντιλήψεις για την κοινωνία.

Τι είναι όμως ο εκσυγχρονισμός; Δεν είναι εδώ ο χώρος για ορισμούς. Μπορούμε όμως να αρκεστούμε σε παραδείγματα. Έτσι, όταν γίνεται λόγος για εκσυγχρονισμό, αμέσως στο μυαλό μας, στο μυαλό ολονών, έρχονται μια σειρά από παραστάσεις:

Μια διοίκηση που λειτουργεί ικανοποιητικά, μια οικονομία που είναι παραγωγική, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που παρέχει γνώσεις στους μαθητές και τους φοιτητές, συνδικάτα αυτοτελή και ανεξάρτητα, ένα νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει στους πολίτες να προβλέπουν με ασφάλεια τις κινήσεις τους, δικαστήρια που απονέμουν δικαιοσύνη και προστατεύουν τους πολίτες από την εξουσία, νοσοκομεία που παρέχουν υγειονομικές υπηρεσίες και ορφανοτροφεία, οίκους ευγηρίας κ.λπ. που λειτουργούν ικανοποιητικά, αεροπλάνα που εκτελούν τα δρομολόγιά τους στην ώρα τους, υπάλληλοι που είναι ικανοί και εκτελούν ευσυνείδητα και αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους, κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου...

α μπορούσα να συνεχίσω την απαρίθμηση επί πολλή ώρα. Και η απαρίθμηση αυτή έχει πολλά πλεονεκτήματα, γιατί δίνει μια λίγο-πολύ συγκεκριμένη εικόνα του τι είναι ο εκσυγχρονισμός. Και επίσης δικαιολογεί τη γοητεία που ασκεί: Ποιος δε θέλει να μην ταλαιπωρείται στα γκισέ, στα νοσοκομεία ή στα αεροδρόμια.

Το πρόβλημα όμως με αυτή την προσέγγιση είναι διπλό:

Πρώτο, δίνει μια αποσπασματική εικόνα του εκσυγχρονισμού: ο εκσυγχρονισμός απαιτεί καλή διαχείριση, αλλά το πρόβλημα είναι περισσότερο σε τι συνίσταται η καλή διαχείρισηκαι ποιες είναι οι προϋποθέσεις της. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά προϋποθέτει τη διερεύνηση των απώτερων σκοπών του εκσυγχρονισμού, γιατί είναι βέβαιο ότι π.χ. η ευρυθμία της διοικητικής μηχανής δεν είναι αυτοσκοπός.

Δεύτερο, η προσέγγιση αυτή δεν εξηγεί γιατί ο εκσυγχρονισμός προσκρούει σε τέτοιες και σε τόσο έντονες αντιδράσεις. Παρά τη φαινομενική γοητεία του, ο εκσυγχρονισμός δε φαίνεται να συναντά ομόθυμη και κυρίως σταθερή αποδοχή.

Αν ευσταθούν αυτές οι δύο επιφυλάξεις, ο εκσυγχρονισμός πρέπει να θεωρηθεί ως εργαλείο, ως μέσο, ως διαδικασία που πρώτον έχει σκοπούς, αξίες, στόχους και δεύτερον έχει φορείς, υποκείμενα, πρωταγωνιστές. Με την έννοια αυτή, έχουν δίκαιο οι οργανωτές της σημερινής εκδήλωσης που τιτλοφόρησαν τη σημερινή εκδήλωση «Ο εκσυγχρονισμός: Με ποιους και γιατί;».

Το πρώτο μας ερώτημα είναι: γιατί ο εκσυγχρονισμός;

Ας ξεκινήσουμε από κάτι χιλιοειπωμένο. Η κοινωνία, η διοίκηση, η οικονομία της Ελλάδας πάσχουν από αγκυλώσεις, είναι καθυστερημένες. Και οι αγκυλώσεις αυτές, οι καθυστερήσεις μάς κάνουν να υπολειπόμαστε των άλλων χωρών. Οπότε - κάτι η νέα διεθνής πραγματικότητα, με την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και την τρομακτική ανάπτυξη των τεχνολογιών, κάτι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με όποιες δεσμεύσεις αυτή συνεπάγεται, εν τέλει κάποιες Βρυξέλλες ή κάποιο ΔΝΤ - κάποιος κοντολογής εξωτερικός παράγοντας μάς υποχρεώνει να προσαρμοστούμε στις νέες πραγματικότητες, να επιδείξουμε ρεαλισμό και προσαρμοστικότητα. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, ο εκσυγχρονισμός είναι κάτι που επιβάλλεται στην ελληνική κοινωνία εκ των έξω - είτε από μιμητισμό (για να γίνουμε σαν τους ευημερούντες, επιτυχημένους ή αποτελεσματικούς ξένους, Ευρωπαίους ή Αμερικανούς) είτε λόγω ανάγκης, για τεχνοκρατικούς λόγους, για να ενταχθούμε πιο αποτελεσματικά στο διεθνές περιβάλλον, να το διαχειριστούμε καλύτερα κ.λπ.

Και στο επιχείρημα αυτό υπάρχει ο εύκολος και, μάλλον μονότονος, αντίλογος της ελληνικής μαγκιάς, του αδούλωτου Έλληνα που δε σκύβει τον τράχηλο σε κανένα ζυγό, του Αλέξη Ζορμπά, που καθένας μας κρύβει μέσα του, του λεβέντη που είναι ανάδελφος, μοναδικός και μοναχικός εκπρόσωπος μιας υπερούσιας φυλής κ.λπ.

Ε, λοιπόν, όχι! Ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας, της πολιτείας, της παιδείας, της οικονομίας μας δεν είναι κάτι που μας επιβάλλουν ούτε οι κακές Βρυξέλλες ούτε το ακόμη σατανικότερο ΔΝΤ. Ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας είναι κάτι που επιζητεί και έχει ανάγκη η ίδια η ελληνική κοινωνία. Έχει ειπωθεί για το Μάαστριχτ, μπορούμε να πούμε και για τον εκσυγχρονισμό: Και να μην υπήρχε σε άλλη χώρα, εμείς θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Και αυτό γιατί ο εκσυγχρονισμός είναι το περιεχόμενο μιας επιλογής που έχει να κάνει με το όραμα που έχουμε για την ελληνική κοινωνία, με τις αξίες που θεμελιώνουν τον πολιτικό μας δεσμό.

Μιας επιλογής που ως επιλογή είναι ελεύθερη, αν θέλουμε προβαίνουμε σε αυτήν, αν δε θέλουμε, πάλι όχι.

Μιας επιλογής, όμως, που ως επιλογή δεν είναι αυθαίρετη, μπορεί να θεμελιωθεί, μπορεί να στηριχτεί σε επιχειρήματα. Αν προβούμε σε αυτή την επιλογή, αν αγωνιστούμε υπέρ του εκσυγχρονισμού, θα το κάνουμε για συγκεκριμένους λόγους, με ορισμένους στόχους στον ορίζοντα, στόχους που είναι πιο ισχυροί από τους στόχους εκείνων που μας λέγουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με το ρουσφέτι, γιατί συντηρεί μια προσωπική και ανθρώπινη σχέση ανάμεσα στον κομματάρχη και το λαό, δεν υπάρχει πρόβλημα με την επετηρίδα των εκπαιδευτικών, γιατί εξασφαλίζει την ίση πρόσβαση όλων των εκπαιδευτικών στην αγορά εργασίας ή δεν υπάρχει πρόβλημα με τα επιδόματα και τις παροχές σε όλους τους εργαζομένους- ανεξάρτητα από την προσφορά ή τις ανάγκες τους - γιατί διατηρούν την κοινωνική συνοχή.

Ποια είναι, λοιπόν, αυτά τα επιχειρήματα, ποιοι είναι οι στόχοι του εκσυγχρονισμού; Με άλλα λόγια: ποιες είναι, πού οφείλονται και γιατί πρέπει να αρθούν οι αγκυλώσεις και οι καθυστερήσεις της ελληνικής κοινωνίας;

Πρώτον, η ελληνική κοινωνία είναι μια κοινωνία βαθιά άδικη. Η αδικία αυτή εκδηλώνεται με πάρα πολλούς τρόπους: Από την αδυναμία του επιχειρηματία να εξασφαλίσει ένα δάνειο χωρίς τη μεσολάβηση του πολιτευτή ή του κομματάρχη, δηλαδή το ρουσφέτι, μέχρι, αντίστροφα, την αδυναμία του πολιτευτή να εκλεγεί, αν δεν εξυπηρετήσει τον ισχυρό επιχειρηματία, δηλαδή την εξάρτηση από τους οικονομικά ισχυρούς και από τους φόρους υπέρ τρίτων που πληρώνουμε όλοι, δηλαδή προνόμια υπέρ επαγγελματικών ομάδων, μέχρι τον εκβιασμό που υφίστανται κάποιοι εργαζόμενοι να εργασθούν χωρίς ο εργοδότης να καταβάλει για λογαριασμό τους τις νόμιμες εισφορές για ασφάλιση ή περίθαλψη, δηλαδή την εισφοροδιαφυγή ή την πρόσληψη των εκπαιδευτικών με βάση την επετηρίδα. Και το ρουσφέτι και η εξάρτηση από τους οικονομικά ισχυρούς και τα προνόμια κάποιων κοινωνικών ομάδων και η εισφοροδιαφυγή είναι πράξεις που εξασφαλίζουν κάποια οφέλη σε εκείνον που τις διαπράττει, αλλά παραβιάζουν άλλοι την ισότητα, άλλοι την ελευθερία, άλλοι το σεβασμό του άλλου, άλλοι την υποχρέωση για ενίσχυση των αδυνάμων, άλλοι την αρχή της χρηστής διοίκησης. Με δυο λόγια όλες αυτές οι πράξεις, όλες αυτές οι τόσο γνώριμες ενέργειες, πέρα από την αναποτελεσματικότητα που τις διακρίνει, προσβάλλουν τις αρχές της δικαιοσύνης μιας ευνομούμενης πολιτείας, μιας πολιτείας που προσπαθεί διαρκώς να συναιρέσει τις απαιτήσεις του κράτους δικαίου, απαιτήσεις που συμπυκνώνονται στην αξία της ελευθερίας του ατόμου, με τις επιταγές του κράτους προνοίας, επιταγές που συμπυκνώνονται στις αξίες της ισότητας και της αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών.

Έτσι αναδεικνύεται ο πρώτος κεντρικός στόχος του εκσυγχρονισμού: Να δημιουργήσει μια νέα συλλογικότητα εμπνεόμενη από τις κοινές αξίες του γενικευμένου αμοιβαίου σεβασμού, της ελευθερίας των πολιτών, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Και ο στόχος αυτός είναι βαθύτατα πολιτικός.

Έτσι, όταν εμείς αξιώνουμε μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, το κάνουμε επειδή πιστεύουμε ότι η διοίκηση οφείλει να εξυπηρετεί το χρήστη των υπηρεσιών της - άρα χρειάζεται διοικητικά όργανα επιλεγμένα με αξιοκρατικά και όχι κομματικά ή συντεχνιακά κριτήρια. Όταν πάλι αγωνιζόμαστε να άρουμε τις δυσλειτουργίες της αγοράς ούτως ώστε να αποδώσει, τοκάνουμε όχι μόνο επειδή η αγορά είναι πολύ πιο αποδοτικό σύστημα π.χ. από την κατευθυνόμενη οικονομία αλλά και επειδή πιστεύουμε στην ιδιωτική πρωτοβουλία, και πιστεύουμε στην ιδιωτική πρωτοβουλία, επειδή τη θεωρούμε εκδήλωση της ελευθερίας του ατόμου. Και για το λόγο αυτό προσπαθούμε να παραμερίσουμε τις στρεβλώσεις της αγοράς που συντηρεί λ.χ. η ανάληψη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών από το κράτος σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Δεύτερον, η ελληνική κοινωνία είναι, εν πολλοίς, μια κοινωνία αδρανής και ανίκανη να πάρει τις τύχες της στα χέριά της. Εξ ου και η συνωμοσιολογία, εξ ου και η μετάθεση των ευθυνών στους άλλους (τους ισχυρούς της γης, τους αλλοδαπούς, τους κακούς γείτονες κ.λπ.). Ο εκσυγχρονισμός, ακριβώς επειδή συμβάλλει στη διεύρυνση των ευκαιριών και των ευχερειών κάθε πολίτη ξεχωριστά, επιτρέπει τη διεύρυνση των δυνατοτήτων της κοινωνίας μας να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και να χειρίζεται τα προβλήματα, ελέγχοντας η ίδια τον τρόπο υπέρβασης και επίλυσής τους. Με δυο λόγια ο εκσυγχρονισμός επιτρέπει τον αυτοπροσδιορισμό της κοινωνίας, καθιστώντας την ικανή να διαμορφώνει εκείνη τις συνθήκες της δράσης και της συνεργασίας, του ανταγωνισμού ή της αντιπαράθεσης με τους άλλους. Αυτός είναι ο δεύτερος κεντρικός στόχος του εκσυγχρονισμού, και αυτός βαθύτατα πολιτικός: να ενισχύει τη δυνατότητα της κοινωνίας να διαφεντεύει η ίδια την πορεία της.

Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο ερώτημα: Ο εκσυγχρονισμός με ποιους; Το ερώτημα αυτό ήδη από την αρχή παρουσιάζει μια αμφισημία. Σε ποια πολιτικά υποκείμενα αναφέρεται το με ποιους. Σε πολιτικές δυνάμεις, σε κόμματα, οργανώσεις, έστω κινήσεις πολιτών; Η απάντησή μου είναι αρνητική: τα υποκείμενα του εκσυγχρονισμού πρέπει να αναζητηθούν στην κατεύθυνση της κοινωνίας, οι πολιτικές δυνάμεις ακολουθούν - όχι κατ' ανάγκην ασθμαίνοντας, όπως θα ήθελε ο περιρρέων δημαγωγός λαϊκισμός, αλλά πάντως ακολουθούν.

Ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά. Είδαμε ότι υπέρ του εκσυγχρονισμού συνηγορούν εύλογα επιχειρήματα, επιχειρήματα που παραπέμπουν σε αξίες, στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης μεταξύ των ατόμων, του αυτοπροσδιορισμού της κοινωνίας. Οι αξίες αυτές δε βρίσκονται σε μια ουράνια σφαίρα. Αντίθετα είναι αξίες ενεργές στην κοινωνία μας αν όχι σε όλες τις κοινωνίες, πάντως σίγουρα στη δικιά μας. Είναι δηλαδή αξίες, που θεωρούν ότι τους εκφράζουν πολλοί συμπολίτες μας. Με την έννοια αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο εκσυγχρονισμός αποτελεί αίτημα της ελληνικής κοινωνίας.

Ένας τέτοιος ισχυρισμός, όμως, θα απείχε αρκετά από την πραγματικότητα. Γιατί αυτό που δείχνει κάθε σφυγμομέτρηση για οποιοδήποτε ζήτημα είναι ότι η ελληνική κοινωνία, στην πλειοψηφία της, υπεραμύνεται των εκσυγχρονιστικών επιλογών. Συγχρόνως, όμως, η ίδια κοινωνία δεν είναι εκείνη που κλείνει ως αγρότες τους δρόμους, διαδηλώνει ως εκπαιδευτικοί ή τραπεζικοί ή φαρμακοποιοί, διαμαρτύρεται για την περικοπή των δρομολογίων του ΟΣΕ ή για την ένωση των κοινοτήτων κ.λπ., κατεβαίνει σε λευκή απεργία - ως δημόσιοι υπάλληλοι. Η εύκολη απάντηση σε αυτή την αντιφατική τάση είναι ότι οι περισσότεροι από τους διαμαρτυρομένους είναι απολιθώματα προηγούμενων καταστάσεων, υπερασπιστές προνομίων. Σύμφωνα με την αισιόδοξη αυτή άποψη, η κοινωνία - εκσυγχρονιστική ως το μεδούλι - συγκρούεται καθημερινά με τις συντεχνίες, τη συντήρηση κ.λπ. Τα πράγματα όμως είναι πιο περίπλοκα, γιατί η ελληνική κοινωνία έχει γαλουχηθεί να ανδρωθεί σε καθεστώς πελατειακών σχέσεων και εξαρτήσεων, εκβιασμών και χαριστικών παροχών... Μια τέτοια κοινωνία αναπαράγει τα παθολογικά συμπτώματά της σε κάθε της βήμα - και μάλιστα σε ατομικό επίπεδο. Ο ίδιος άνθρωπος που είναι υπέρ της ιδιωτικοποίησης, όχι απλώς της εξυγίανσης της Ολυμπιακής, θα κατέβει στον δρόμο, αν η κοινότητά του ενωθεί με τη διπλανή κοινότητα υπό ένα όνομα με το οποίο διαφωνεί. Έτσι διαμορφώνεται μια κατάσταση, όπου τα στηρίγματα του εκσυγχρονισμού είναι πολύ πιο αδύναμα από ό,τι προσδοκούσαμε, όπου η σύγκρουση ανάμεσα στο καινούργιο και το παλιό διεξάγεται σε ατομική κλίμακα.... Και όχι μόνο αυτό? η κατάσταση επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο, αν αναλογισθούμε το μοιραίο κόστος του εκσυγχρονισμού. Η χώρα μας έχει την ατυχία να αντιμετωπίζει την πρόκληση του εκσυγχρονισμού σε μια περίοδο όπου τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι ασφυκτικά. Αυτό οδηγεί σε περικοπές των κοινωνικών δαπανών. Και ναι μεν οδηγεί σε εξορθολογισμό, σε ενίσχυση των εχόντων πραγματική ανάγκη, αλλά οδηγεί σε απώλειες πολλών άλλων - ιδίως κράτος (ελλιπής φορολόγηση, δωρεάν συγγράμματα και βιβλία στα παιδιά τους κ.λπ.). Στρώματα δηλαδή που, υπό κανονικές συνθήκες, αποτελούν στηρίγματα εκσυγχρονιστικών προσπαθειών, τώρα αδιαφορούν για την προσπάθεια που καταβάλλεται.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να είμαι κατηγορηματικός. Ο εκσυγχρονισμός δεν είναι μια ειρηνική χαρούμενη πορεία, ένα ανέφελο ταξίδι, ο εκσυγχρονισμός έχει κόστος, απαιτεί συγκρούσεις, ρήξεις, τομές - πολύ συχνά επώδυνες. Ο εκσυγχρονισμός δυσαρεστεί και ενοχλεί πολλούς - από τον εισφοροδιαφεύγοντα μέχρι τον αδρανή ή τον επίορκο υπάλληλο και από το φαύλο επιχειρηματία μέχρι το συνδικαλιστοπατέρα. Από την άλλη, ο εκσυγχρονισμός βασίζεται στις ζωντανές δημιουργικές ομάδες της κοινωνίας, στον επιχειρηματία που θέλει να αξιοποιήσει την επινοητικότητά του, στο διανοούμενο που δουλεύει σοβαρά και σε βάθος, στο νέο αθλητή που προπονείται επίμονα, στον καλλιτέχνη που έχει ιδέες και τις καλλιεργεί. Όλους εκείνους που βλέπουν την εποχή μας ως μια εποχή πλούσια σε ευκαιρίες και δυνατότητες, σε προκλήσεις και δημιουργικότητα. Στα ζωντανά, ενεργητικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.

Και όχι μόνο σε αυτούς. Αυτοί θα είναι οι πρωταγωνιστές. Ο εκσυγχρονισμός, όμως, δεν αφορά μόνο αυτούς. Σε αντίθεση με τα πελατειακά ή αυταρχικά συστήματα, ο εκσυγχρονισμός έχει αξιώσεις καθολικότητας. Έχοντας μια ισχυρή θεωρία αλληλεγγύης και ισότητας, έχει χώρο και για τους αδύναμους και τους αναξιοπαθούντες. Και μάλιστα διασφαλίζοντάς τους μεταχείριση ως ώριμων πολιτών - όχι ως δεικτών ελεημοσύνης, ως πολιτών που έχουν την αξίωση από το σύνολο να τύχουν ενισχύσεως, συγχρόνως όμως έχουν και την υποχρέωση να προσπαθήσουν να απεξαρτηθούν από την κρατική αρωγή.

Και με την έννοια αυτή ο εκσυγχρονισμός δεν αποτελεί μονοπώλιο ενός και μοναδικού πολιτικού χώρου, ενός κόμματος. Είναι αλήθεια ότι ο κύριος φορέας εκσυγχρονισμού είναι το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη. Δυνάμεις, όμως, που πρεσβεύουν ανάλογες απόψεις υπάρχουν και σε άλλους χώρους. Ξεκινώντας από τους παραδοσιακούς φιλελευθέρους της συντηρητικής παράταξης μέχρι τους αριστερούς, που από πιο παλιά μέχρι πιο πρόσφατα αμφισβήτησαν το σοβιετικό μοντέλο, διαμορφώνεται ένα ευρύ μέτωπο δυνάμεων που συμπίπτουν σε πολλά θέματα (από τα εθνικά και την Ευρώπη μέχρι την ενίσχυση του πολίτη απέναντι στο κράτος). Οι συμπτώσεις δεν είναι βέβαια πλήρεις και ισότιμες. Είναι σαφές ότι ενώ, ας πούμε, για τον περιορισμό του δημόσιου τομέα συμφωνούν όλοι σε αυτό το φάσμα, δε συμβαίνει το ίδιο με τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος ή τον ιδιωτικό χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης. Για να επιτύχει όμως το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού, πρέπει, ακούγοντας τα κελεύσματα της κοινωνίας, δηλαδή και των πιο ενεργητικών στρωμάτων της αλλά και ευρύτερα όλων των πολιτών, να επιδιώξουμε τη συστράτευση όλων αυτών των πολιτικών δυνάμεων, όλων των εκσυγχρονιστικών δυνάμεων σε όποιο κόμμα και αν βρίσκονται. Και η συστράτευση αυτή μπορεί να πάρει πολλές μορφές, από την προγραμματική σύγκλιση μέχρι το διάλογο και το συντονισμό σε συγκεκριμένους τομείς. Όλα αυτά είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσουν σε αναδιάταξη του πολιτικού πεδίου, τη διαμόρφωση ενός νέου μπλοκ εξουσίας. Η προοπτική φαίνεται ενδιαφέρουσα. Αλλά ποιος ισχυρίστηκε ότι ο εκσυγχρονισμός είναι πληκτικός, ότι δεν έχουμε μπει σε μια συναρπαστική εποχή;