O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδόσεις :: 16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό.

16+1 θέσεις για τον εκσυγχρονισμό

Ιδιωτικοποιήσεις και Ημικρατικοί Οργανισμοί: Η περίπτωση του ΟΤΕ

Δημήτρης Β. Παπούλιας

1. Η εμπλοκή του κράτους στις Δημόσιες Επιχειρήσεις (ΔΕ) είναι ένα φαινόμενο με βαθύτατες ρίζες στην ιστορία της ελληνικής κοινωνίας. Η ύπαρξη, ο ρόλος, η σημερινή μορφή και δράση των ΔΕ συνδέεται άρρηκτα με το ρόλο του κράτους σε διαφορετικές εποχές και κάτω από μια ποικιλία συνθηκών και καταστάσεων. Ο ρόλος του κράτους στην οικονομία και την κοινωνία θεωρείται δεδομένο πως έχει σήμερα αλλάξει ριζικά και ως συνέπεια θεωρείται πως αλλάζει και ο ρόλος και η δράση των Δημόσιων Επιχειρήσεων. Μέχρι σήμερα ο ρόλος εθεωρείτο κατά σειράν ότι ήταν παρεμβατικός, μεταρρυθμιστικός και ρυθμιστικός, με το περιεχόμενο που είναι γνωστό ότι αποδίδεται σε αυτές τις έννοιες. Οι νέες ανάγκες μεταβάλλουν το ρόλο και τη μορφή του και δίνουν έμφαση σε άλλη σειρά και ιεράρχηση. Ο ρόλος σήμερα γίνεται ρυθμιστικός, διεθνής, μεταρρυθμιστικός και παρεμβατικός. Βασικοί παράγοντες στις αλλαγές αυτές είναι οι έννοιες του ανταγωνισμού, της απορρύθμισης, της παγκοσμιοποίησης, της επικοινωνίας, των δικτύων, της κοινωνίας, των πολιτών κ.ά. Παράλληλα γύρω από την έννοια του κράτους και μέσα στη ζωή και τη δράση του κινούνται έννοιες όπως η δημοκρατία, η ιδεολογία, η πολιτική κ.ά. αλλά και τεχνικά ζητήματα όπως η έκταση του κράτους, η τεχνολογία, η χρηματοδότηση, το κόστος κ.ά. Όλα αυτά συνθέτουν την έννοια κράτος ως ένα σύνολο πολύπλοκων και εν πολλοίς αδιερεύνητων σχέσεων, που χρειάζεται μελέτη, γνώση και προσοχή. Ο κρατισμός ως βασική διάσταση λειτουργίας του νεοελληνικού κράτους κλονίζεται και ανατρέπεται.

2. Η ιδιωτικοποίηση των Δημόσιων Επιχειρήσεων είναι μια απόπειρα ανατροπής του παραδοσιακού μοντέλου σχέσεων μεταξύ κράτους και Δημόσιων Επιχειρήσεων, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την ιστορία και τη συμπεριφορά τους μετά το 1950. Διακρίνουμε τρεις φάσεις διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα:

α. Η φάση της αναποτελεσματικότητας, μέχρι το 1980. Την περίοδο αυτή οι επιχειρήσεις δεν πραγματοποιούν την κοινωνική τους αποστολή με όρους αποδεκτούς γενικά, αναλαμβάνουν υπερβολικούς κινδύνους, δεν υπάρχει αίσθημα ιδιοκτησίας, υπηρετούν την πελατειακή αντίληψη κ.ά.

β. Η φάση αυτοκάλυψης των αθέατων πλευρών, μέχρι το 1990.Την περίοδο αυτή οι επιχειρήσεις αποκαλύπτουν και δημοσιοποιούν στοιχεία, αναλύουν τα στοιχεία και τις πληροφορίες που τις αφορούν και προωθούν αυτά τα στοιχεία για πληροφόρηση των κυβερνήσεων, των πολιτών και των κοινωνικών εταίρων.

γ. Η φάση της ανταγωνιστικότητας την οποία οι ελληνικές ΔΕ επιχειρούν να διατρέξουν αυτήν την περίοδο. Οι απαιτήσεις σήμερα είναι σαφείς, αυξημένη παραγωγικότητα, κερδοφορία, λογοδοσία εντός και εκτός της επιχείρησης, επιβίωση κάτω από τους κανόνες των διεθνών αγορών και της παγκοσμιοποίησης.

Η ιστορία, η μορφή και η δράση των ΔΕ ως συνακόλουθο στοιχείο της αλλαγής του ρόλου του κράτους και της μεταβολής των σχέσεων μεταξύ τους, συνδυασμένα με αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, την ΕΕ, τείνουν να ανατρέψουν το κυρίαρχο μοντέλο που θεωρείται από πολλούς ξεπερασμένο και αναποτελεσματικό. Οι λόγοι είναι πολλοί και έγιναν αποδεκτοί παντού, όπου και ανάλογα με τις συνθήκες πήραν μια ποικιλία μορφών και σχημάτων.

Η ιδιωτικοποίηση είναι ένα ισχυρότατο διαρθρωτικό εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει στην απαρχή εδραίωσης ενός νέου μοντέλου κράτους που κρατάει χρήσιμα στοιχεία του παρελθόντος, ενσωματώνει την εμπειρία της αγοράς και αναζητά ισορροπία σε νέο σημείο ως κράτος στρατηγείο και ως κοινωνικό κράτος. Το τελικό ζητούμενο βέβαια είναι αν η προσπάθεια οδηγεί σε επιχειρήσεις σύγχρονης μορφής που, πέραν της ανταγωνιστικότητας και της αποτελεσματικότητας, θα έχουν ιδιότητες, όπως συστηματικότητα, διανοητικό κεφάλαιο, ποιότητα, πελατοκεντρισμό, χαμηλό κόστος λειτουργίας, κοινωνικό ρόλο κ.ά.

Η εμπειρία και η βιβλιογραφία διδάσκουν, χωρίς να μπορούμε εδώ να μπούμε σε λεπτομέρειες, πως η ιδιωτικοποίηση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως συστηματική μεταρρύθμιση με όλους τους κανόνες, τις επισημότητες και τις υποχρεώσεις που δημιουργεί αυτή η δέσμευση.

3. Οι μεταρρυθμίσεις, οι προσπάθειες δηλαδή σημαντικών οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, είναι πράγματα που συνήθως αποτυγχάνουν. Φτάνει να σκεφτεί κανείς το Εθνικό Σύστημα Υγείας στην Ελλάδα, τις κατά καιρούς αλλαγές στην παιδεία, τις προσπάθειες ιδιωτικοποιήσεων την περίοδο 1991 - 1993, τις δυσκολίες που έχει το τρέχον πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αλλαγών στην ΟΑ, στην Ιονική Τράπεζα και αλλού. Η βιβλιογραφία βέβαια δείχνει πως ενώ οι προσπάθειες σημαντικών μεταρρυθμίσεων αποτυγχάνουν, υπάρχουν περιπτώσεις μικρότερων μεταρρυθμίσεων που έχουν επιτυχία. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πάντως, υπάρχει ανάγκη συστηματικότητας. Η υποτίμηση των δυσκολιών και η απλοποίηση είναι συνήθης και εύλογη συμπεριφορά πολλών, ακόμα και υπουργών ακόμα και κυβερνήσεων. Είναι ένα καθημερινό φαινόμενο σε πολλές κοινωνίες. Η ανθρώπινη φύση αρέσκεται να σχεδιάζει υποθετικές καταστάσεις και να απλοποιεί τα φαινόμενα, τα προβλήματα, αλλά και τις λύσεις των προβλημάτων. Η πραγματικότητα είναι, όμως, κάτι τελείως διαφορετικό. Δε μεταβάλλεται παρά μόνον αν υπάρχει η γνώση γι' αυτήν και όταν οι παρεμβάσεις για τις μεταβολές είναι καλά οργανωμένες. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση το σύνηθες αποτέλεσμα είναι η αποτυχία. Διότι αυτό που ονομάζεται στο Management επίλυση μεγάλων προβλημάτων έχει σαν συνέπεια, τις περισσότερες φορές, την αποτυχία ή τη δημιουργία κάποιου νέου προβλήματος αλλού.

Οι ιδιωτικοποιήσεις, ως προσπάθεια ανατροπής του παραδοσιακού μοντέλου σχέσεων κράτους-ΔΕ, επιβάλλεται να είναι μια καλά οργανωμένη προσπάθεια, με κανόνες, συστήματα, χρόνους και πρόσωπα. Γιατί πίσω από όλα υπάρχει ένα σύνθετο θεωρητικά ζήτημα. Το λεγόμενο ζήτημα της αυτο-αναφοράς των κοινωνικών συστημάτων. Με απλά λόγια μπορεί ένα χρονίως ανίκανο και εν πολλοίς διεφθαρμένο κράτος να αυτο-μεταρρυθμιστεί - Μιλάω πάντα για την Ελλάδα, δε γνωρίζω λεπτομέρειες για την Κύπρο. Τα κοινωνικά ζητήματα-προβλήματα δεν είναι θέματα τεχνικού χαρακτήρα. Είναι σύνθετες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές οντότητες που και μόνο η κατανόησή τους είναι δύσκολη.

Υπάρχουν συμπερασματικά πέντε μεγάλα ζητήματα που χρειάζονται ανάλυση και γνώση εκ των προτέρων. Η επιχείρηση ως σύγχρονη έννοια και ως κυρίαρχος ζων οργανισμός γνώσης και μάθησης, το κράτος, οι κοινωνικοί εταίροι, το περιεχόμενο και οι διαδικασίες των ιδιωτικοποιήσεων και οι μεταρρυθμιστές, δηλαδή αυτοί που θα κάνουν αυτές τις περίφημες αλλαγές.

4. Η επιχείρηση στην εποχή μας αλλάζει νόημα αλλά και αποκτά νέες διαστάσεις. Η βιβλιογραφία είναι σαφής για την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα και για τις ιδιότητες που πρέπει να τις χαρακτηρίζουν, που είναι πολλές και άγνωστες. Επιβάλλεται, λοιπόν, λόγω της νέας μορφής που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις, ως χώροι δημιουργίας πλούτου και ανάπτυξης της ανθρώπινης δραστηριότητας, η ανάδειξή τους, η προσπάθεια αύξησης της αξίας τους, η φροντίδα για τους εργαζομένους, το διανοητικό κεφάλαιο κ.ά.

5. Tο κράτος και η δυσκολία των εννοιών που το συνθέτουν και το ανασυνθέτουν στις σχέσεις του με τις ΔΕ αλλά και τις εν γένει αλλαγές που πρέπει να γίνουν και που καθυστερούν επικίνδυνα. Οι αλλαγές που συντελούνται παγκόσμια αλλά ιδιαίτερα η στενή σχέση που αναπτύχθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλουν από καιρό μια άλλη μορφή κράτους, με λιγότερο ποσοτικές διαστάσεις, με έμφαση στην ποιότητα, στην προσπάθεια ρυθμίσεων κανονιστικού χαρακτήρα, πρωτοβουλιών στο διεθνή χώρο, ανάληψη ευθυνών μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα και αναμόρφωσης του θεσμού των καθολικών παροχών. Η πίεση που ασκεί η ΕΕ για την ανάγκη προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι πρέπει να βρει ανταπόκριση από ελληνικής πλευράς όχι μόνο στα στενά οικονομικά ζητήματα αλλά σε μεταβολές ουσίας, που αλλάζουν τους τρόπους παραγωγής, μεταβάλλουν το φορολογικό σύστημα, καλυτερεύουν την προσφερόμενη εκπαίδευση και δημιουργούν εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή ιδέα. Το δίλημμα μεταρρύθμιση ή συντήρηση, σε μεγάλη έκταση, θα απαντηθεί από την παράλληλη πορεία δημιουργίας νέων σχέσεων μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

6. Οι κοινωνικοί εταίροι όπως γίνονται κατανοητοί στη σύγχρονη κοινωνία, όπου είναι πολλοί, στην περίπτωση των ιδιωτικοποιήσεων, και πρέπει να συνεννοηθούν μεταξύ τους, ώστε να υπάρξει συναίνεση και τελική συμφωνία. Υπάρχει δηλαδή η ανάγκη να μελετήσει κανείς τόσο τα φαινόμενα της σύγκρουσης που είναι πολύ πιθανά όσο και τα φαινόμενα της πολυπλοκότητας που τις περισσότερες φορές υποτιμούνται. Σημαντικό σημείο σε αυτή την κατεύθυνση είναι η σχέση πολιτικού κόστους και κοινωνικής συναίνεσης, της οποίας η αξία δοκιμάζεται αυτή την περίοδο στην Ελλάδα. Το ζητούμενο, ως ιδεώδες, μικρό πολιτικό κόστος- μεγάλη κοινωνική συναίνεση φαίνεται ότι αποδεικνύεται ως το δίπτυχο που θα κρίνει την πορεία των ιδιωτικοποιήσεων αλλά και τα πολιτικά αποτελέσματά τους. Δε θα πρέπει να λησμονούνται δύο σημαντικές περιπτώσεις. Η απόπειρα ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ του 1993 που δεν κατέληξε σε θετικά αποτελέσματα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανατροπή της τότε κυβέρνησης. Επίσης η ιδιωτικοποίηση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής που κατέληξε σε θετικά συμπεράσματα, απασχόλησε πολλάκις την κοινή γνώμη, την ελληνική Βουλή και έχει ακόμα κάποια εκκρεμότητα στην ελληνική δικαιοσύνη.

7. Το περιεχόμενο και οι διαδικασίες των ιδιωτικοποιήσεων είναι θέμα κλειδί, γιατί φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως ένα καθαρά τεχνικό ζήτημα. Και είναι πράγματι ένα ιδιαίτερης δυσκολίας οργανωτικό και διοικητικό ζήτημα. Περιέχει θέματα, όπως ποιες επιχειρήσεις επιλέγονται για ιδιωτικοποίηση, με ποια σειρά, τι είδους προετοιμασία επιβάλλεται να γίνει κατά περίπτωση, ποιος είναι ο ρόλος του χρηματιστηρίου και πολλά άλλα τεχνικής φύσεως ζητήματα. Παράλληλα όμως χρειάζεται πολιτική προετοιμασία, αποδοχή της ιδέας από την κοινή γνώμη, επιδίωξη κοινωνικών συνεννοήσεων, χρησιμοποίηση κατάλληλων συμβούλων, επικοινωνιακές τεχνικές κ.ά.

8. Ο ρόλος των μεταρρυθμιστών στα παραπάνω είναι κολοσσιαίας σημασίας. Πρόκειται για είδος σπάνιο στην ελληνική κοινωνία. Και τούτο, διότι πρόκειται για καινούρια ζητήματα. Αλλά και γιατί η ιστορική πείρα διδάσκει πως οι μεταρρυθμίσεις γίνονται πάντα με καθυστέρηση και όπως αναφέρθηκε αποτυγχάνουν. Εκείνο που συνήθως γίνεται είναι η λήψη κάποιων μέτρων που εξαγγέλλονται και στη συνέχεια τίθενται σε εφαρμογή. Ως συστηματική μεταρρύθμιση εννοούμε κάτι τελείως διαφορετικό. Άρα, στην περίπτωση αυτή, αναζητούνται οι ηγετικές εκείνες προσωπικότητες που μπορούν να ενσαρκώσουν το ηγετικό μήνυμα των αλλαγών, μικρών και μεγάλων. Στην προσπάθεια μετάλλαξης των ρόλων του κράτους και των ΔΕ μέσα σε ένα μοντέλο σταδιακής ανατροπής των παραδοσιακών σχέσεων πρέπει να αναδειχθούν τα πρόσωπα εκείνα της πολιτικής ζωής και του επιχειρησιακού κόσμου, που μπορούν να κάνουν πράξη μια σειρά καινούργια ζητούμενα. Το εγχείρημα είναι δύσκολο, γιατί στην προσπάθεια αυτή πρέπει να κερδηθεί, πρέπει να πεισθεί και ο τελευταίος πολίτης της χώρας.



Η περίπτωση του ΟΤΕ



Όσα παρουσιάστηκαν σε αυτή την εργασία βρίσκουν ή θα μπορούσαν να βρουν ένα τεράστιο πεδίο εφαρμογής και προβληματισμού σε μεγάλες ελληνικές Δημόσιες Επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα εκείνες που έχουν σύγχρονες οργανωτικές και διοικητικές δομές, σύγχρονη τεχνολογία και την κρίσιμη μάζα εξειδικευμένου προσωπικού παρουσιάζουν καλά οικονομικά αποτελέσματα και βρίσκονται υπό την πίεση της αγοράς, του ανταγωνισμού και των νέων απαιτήσεων για ποιότητα και χαμηλές τιμές.

Μια τέτοια επιχείρηση είναι ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδας. Έχει σημαντικότατα οικονομικά αποτελέσματα τα τελευταία χρόνια, προσφέρει νέα προϊόντα, πραγματοποιεί μεγάλες επενδύσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας, κ.ά. Στην πράξη ο ΟΤΕ ακολουθεί ένα πενταετές επιχειρησιακό σχέδιο που προέκυψε μετά από σημαντική προσπάθεια και ανάλυση, το οποίο εξειδικεύεται σε συγκεκριμένες ενέργειες και πράξεις σε ετήσια βάση. Η εξειδίκευση περιέχει οικονομικά στοιχεία, επενδυτικά σχέδια, ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό της τεχνολογίας, στοιχεία ανθρώπινου δυναμικού κ.ά.

Το πενταετές επιχειρησιακό σχέδιο του ΟΤΕ κινείται κατά μήκος οκτώ πολιτικών κατευθύνσεων:

Πρώτο, μια πολιτική αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού, για να μπορέσει ο ΟΤΕ να κρατήσει την κυρίαρχη θέση που κατέχει σήμερα και να υπερβεί τα σοβαρά προβλήματα ανταγωνισμού, που τίθενται από την απελευθέρωση των αγορών και την παγκοσμιοποίηση των οικονομικών συναλλαγών και καταναλωτικών προτύπων. Για το σκοπό αυτό, ο ΟΤΕ πραγματοποιεί αλλαγές στο δίκτυο και τις υποδομές του, διευρύνει τα διεθνή του δίκτυα, δημιουργεί σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με διεθνείς τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς και εταιρείες. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής και της συμπεριφοράς του ΟΤΕ εντάσσεται και η είσοδός του στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών κατά 24% του μετοχικού του κεφαλαίου και η νέα είσοδός του κατά ένα σημαντικό ποσοστό αυτό το χρόνο. Εντάσσεται ακόμα το έκτακτο πρόγραμμα επενδύσεων στα ψηφιακά και δορυφορικά δίκτυα, κινητή τηλεφωνία, καλωδιακή τηλεόραση και άλλα.

Δεύτερο, μια πολιτική αποκέντρωσης του έργου του και δημιουργίας ευέλικτων επιχειρησιακών σχημάτων με σκοπό τη δημιουργία κέντρων αποτελέσματος στις κεντρικές υπηρεσίες και την περιφέρεια, όπως και με την παρουσία πολλών θυγατρικών εταιρειών σε τομείς συμπληρωματικούς στις εν γένει δραστηριότητές του. Όπως π.χ. στην κινητή τηλεφωνία, το τηλεπικοινωνιακό leasing, τη δορυφορική τηλεφωνία, το Internet κ.ά.

Τρίτο, μια πολιτική συνεργασιών και επιχειρηματικών πρωτοβουλιών στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής και της πρώην ανατολικής Ευρώπης με κατασκευαστικά έργα αλλά και με προοπτική να συμμετάσχει όλο και περισσότερο στο μετοχικό κεφάλαιο των τοπικών οργανισμών τηλεπικοινωνιών, οι οποίοι ιδιωτικοποιούνται.

Τέταρτο, μια οργανωμένη πολιτική για τους πελάτες του, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της κοινωνίας, τις ανάγκες των επιχειρήσεων αλλά και τις πιέσεις του ευρύτερου χώρου της αγοράς για βελτίωση των προϊόντων και των υπηρεσιών.

Πέμπτο, μια πολιτική νέων σχέσεων με τη βιομηχανία και τους προμηθευτές του με δύο βασικές προϋποθέσεις: Την προηγμένη τεχνολογία και τις ανταγωνιστικές τιμές, σε μια προοπτική ανατροπής της λογικής, όπου οι προμηθευτές καθόριζαν τις ανάγκες του οργανισμού.

Έκτο, μια πολιτική για δυναμική σχέση με τους εργαζομένους και το συνδικαλιστικό κίνημα. Ο ΟΤΕ επιδιώκει μια νέα ποιοτική σχέση με τους εργαζομένους, που να βασίζεται σε διάλογο, συναίνεση και νέες εργαστηριακές σχέσεις μέσα από τις οποίες να αναδεικνύεται η προσωπικότητα και ο ρόλος τους. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει υψηλά πρότυπα επιχειρησιακής λειτουργίας θέλει εργαζομένους αφοσιωμένους στη δουλειά τους, ικανοποιημένους στο χώρο εργασίας τους, με διακριτικούς ρόλους, υψηλές αμοιβές αλλά με βάση αμοιβαία αποδεκτούς κανόνες δεοντολογίας.

Έβδομο, μια πολιτική σχέσεων με την κυβέρνηση και το κράτος, η οποία βασίζεται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση νομοθετεί, χαράζει πλαίσια πολιτικής, υπογράφει συμφωνίες και επιχειρησιακά συμβόλαια με τους επικεφαλής των Δημόσιων Επιχειρήσεων και αποφασίζει για το μέλλον της, με βάση αποτελέσματα και γενικότερη πολιτική της.

Όγδοο, μια πολιτική με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών. Οι σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζουν τα ευρύτερα πλαίσια δράσης του ΟΤΕ στην ελληνική αγορά αλλά και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά και ως εκ τούτου χρειάζεται γνώση και διαπραγματευτικές ικανότητες. Οι σχέσεις με την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην εποχή μας, γιατί από αυτή καθορίζονται αρχές λειτουργίας του ελεύθερου ανταγωνισμού που επιθυμεί ο ΟΤΕ να ισχύσουν για όλους χωρίς εξαιρέσεις.

Αν ό,τι προηγήθηκε αποτελεί ένα οργανωμένο πρόγραμμα μικρών και μεγάλων αλλαγών στον ΟΤΕ, δηλαδή ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο, «πώς αντιδρούν οι κοινωνικοί εταίροι προς τους οποίους απευθύνεται;» Η απάντηση είναι προφανές ότι δεν είναι εύκολη. Γι' αυτό και είναι πολύ γενική: Φαίνεται ότι το αποτέλεσμα μπορεί να είναι θετικό για τον ΟΤΕ, στο τέλος. Υπάρχει μια συγκυρία που ευνοεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα και η μέχρι σήμερα στάση πολλών από τους κοινωνικούς εταίρους το επιβεβαιώνει. Η κυβέρνηση τείνει να μην ασχολείται με τρέχοντα θέματα και επιχειρεί να αποκτήσει ρόλο στα θέματα πολιτικής. Η διοίκηση επιχειρεί να ανταποκριθεί στο μέγα ζητούμενο, που είναι η δημιουργία και εφαρμογή εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων. Οι εργαζόμενοι εμφανίζονται προβληματισμένοι και έτοιμοι να υιοθετήσουν τη νέα άποψη μόλις γίνει περισσότερο συγκεκριμένη, ενώ το συνδικαλιστικό κίνημα αντιμετωπίζει τα πράγματα με μετριοπάθεια, χωρίς να παίρνει, όμως, πρωτοβουλίες συμμετοχής και πρωτοπορίας στις αλλαγές. Οι πελάτες αναγνωρίζουν την πρόοδο που έχει γίνει στην παροχή υπηρεσιών, αλλά γίνονται όλο και απαιτητικότεροι στα θέματα της ποιότητας και των τιμολογίων. Οι προμηθευτές αντιλαμβάνονται ότι τα πράγματα μεταβάλλονται και ότι σύντομα ο ΟΤΕ θα είναι σε θέση να θέσει τους δικούς του όρους και κρατούν στάση αναμονής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαπραγματεύεται περισσότερο με την κυβέρνηση παρά με τον ΟΤΕ και είναι ένα σημείο που χρειάζεται πολλή προσπάθεια για τη δημιουργία σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Τέλος, η σχέση με την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών χρειάζεται προσπάθεια, για να γίνει ουσιαστική και αμοιβαίας εμπιστοσύνης.